Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Η ΦΕΥΓΟΥΣΑ 1 ΠΟΙΗΣΗ ΜΙΧΑΛΗ ΛΕΒΕΝΤΗ


Τὸ ἀέτωμα τῆς Ἱερᾶς Οἰκίας
παρίστανε τὴν ἁρπαγὴ τῆς Περσεφόνης.
Στὴ μιὰ γωνιά του, εἶχε ἀνασύρει ὁ γλύπτης
τὴν Κόρη μὲ δυσκολία
πυρσὸ γιὰ τὰ ἐνήλικα πάθη,
προστάτιδα προσευχὴ  τοῦ Ὡραίου
 ποὺ μὲ κόπο ἀποκτιέται,
τῶν ἄτυχων τὸ ἀγαπῶ
ἤ τὸ ἀγαπῶ τοῦ γιασεμιοῦ ὅταν ὀνειρεύεται.

Συχνὰ τὴ φαντάζομαι ὁλόκληρη.
Νὰ ὑφαίνει στὸν κάμπο χρέη χρυσόδετα,
μὲ λύρα ἤ μὲ σαντούρι ν’ ἀπολυμαίνει
τὴ σκέψη ἀπ’ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν ἀσέμνων,
νὰ μὲ ἀκουμπᾶ.
                                     Δὲν εἶναι ψευδαίσθηση,
οὔτε ἀμάρτυρος τύπος τῆς πραγματικότητας
τὰ κομμένα της χέρια
πὼς ἔσπειραν εὐλογίες ὥς καὶ στὶς πέτρες,
πρὶν γίνουν κατάρτια, φλεγόμενοι φοίνικες
ποὺ ἀνοίχτηκαν γιὰ τὶς πηχτὲς σιωπὲς
καὶ δὲν ξαναγύρισαν..

Μιχάλης Λεβέντης (ἡ φεύγουσα ΔΟΜΟΣ 1998)


Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ




Ἥλιε, καλὲ πατέρα , βασιλιά,
ποὺ μέσ’ ἀπ’τὸν άπέραντον αἰθέρα
στέλνεις στὴ γῆ χρυσόφτερα φιλιά,
ποὺ δίνεις τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἡμέρα,
μεγάλε, ἀστραφτερὲ καὶ δυνατέ,
καλοὺς – κακοὺς ἡ λαύρα σου θερμαίνει,
καὶ ζοῦν ἀπὸ τὸ φῶς σου νικηταὶ
καὶ νικημένοι.

Κανένα δὲν ἀδίκησες ποτὲ
μέσα στὴν ἄπειρή σου καλωσύνη,
καλέ καὶ ἐκλεκτέ καὶ δοξαστέ·
κάνεις καὶ στὸν κακὸν ἐλεημοσύνη,
γιατὶ κι ἐκεῖνος κάποτε μπορεῖ
μὲ δάκρια τὸ κρῖμα του νὰ πλύνει,
καὶ τότε τὴν παρηγοριὰ νὰ βρεῖ
καὶ τὴ γαλήνη.

Μὰ στὸν ἀδικημένο, τὸ φτωχό,
στὸν ἄρρωστο, στὸ δοῦλο καὶ στὸν ξένο,
γιὰ δῶρο ἀτίμητο καὶ μοναχὸ
δίνεις τὸ φῶς, τὸ τρισευλογημένο·
Κι ὅταν ψυχὴ διψᾶ φωτὸς ἀχτίδα,
μπαίνεις κρυφὰ καὶ φέρνεις μυστικὴ
καλὴν ἐλπίδα.

 

Κωνσταντῖνος Μάνος (1869-1913)

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ ΝΟΝΝΟΥ ΠΑΝΟΠΟΛΙΤΟΥ



Διονυσιακὰ Νόννου Πανοπολίτου ἔπος ἀποτελούμενο ἀπὸ 48 ραψωδίες.
Ἄσμα δεύτερον.
               «…Κρονίδης δ᾽ ἐγέλασσεν ἀκούων.

             καὶ μόθος ἀμφοτέροισιν ἐπέβρεμεν· ἦν δὲ κυδοιμοῦ
             πομπὸς Ἔρις Τυφῶνι, Διὸς δ᾽ ἡγήσατο Νίκη
             εἰς μόθον. οὐ βοέης ἀγέλης χάριν, οὐ περὶ ποίμνης
360
ἦεν ἀγών, οὐ νεῖκος ἔην ἐπὶ κάλλεϊ νύμφης,
οὐ κλόνος ἀμφὶ πόληος ὀλίζονος· ἀλλ᾽ ὑπὲρ αὐτοῦ
αἰθέρος ἵστατο δῆρις, ἔην δ᾽ ἐνὶ γούνασι Νίκης
σκῆπτρα Διὸς καὶ θῶκος ἀέθλια δηιοτῆτος…»

Ὁ Τυφῶν ἀπειλοῦσε κι .. «ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου γέλασε γροικώντας τον. Κι ἔτσι ἄρχισε μεταξύ τους πόλεμος βροντερός· κι ἄν βοήθαγε στὴ μάχη τὸν Τυφώνα ἡ Ἔριδα, ὁ Δίας στὸν ἀγώνα εἶχε ὁδηγὸ τὴ Νίκη· ἀγώνας δὲν γινόταν γιὰ πρόβατα  ἤ κοπάδια ἤ γιὰ μιᾶς νύμφης κάλλη. Δὲν πολεμοῦν γιὰ μιὰ πόλη κακή, μὰ γιὰ τὴν ἐξουσία τοῦ κόσμου μάχονται,  καὶ στῆς Νίκης τὰ γόνατα βρισκόταν τὸ βραβεῖο τῆς μάχης, τὸ σκῆπτρο καὶ ὁ θρόνος τοῦ Κρονίδη…»

(ὁ Τυφῶν εἶχε αἰχμαλωτίσει τὸν Δία ἀφαιρώντας του τὰ νεῦρα. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κάδμου ὁ Τυφῶν παραπλανεῖται καὶ ὁ Δίας ἐλευθερώνεται. Ἀκολουθεῖ τρομερὴ μάχη μεταξύ τους).



 

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

1ος ΔΕΛΦΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ




Κέκλυθ' Ἑ – λικ - ῶνα βα-θύ-δεν-δρον αἵ λά-χ-ετε
 Δι-ὸς ἐ-ρι-βρόμουου θύ-γα-τρες εὐ-ώ-λενοι,
μό-λε-τε,συν-ό-μαι-μον ἵ-να Φοιοῖ-βον ὠι-δαεῖ-σι
μέλ-ψη-τε χρυ-σε-ο-κό-μαν, ὅς ἀ-νὰ δι-κό-ρυν-βα
 Παρ-νασ—σίδος ταᾶσ-δε πε-τέ--ρας ἕ—δραν ἅμ’ ἀ-γα—κλυ—ταιεῖς
Δεελ—φί-σιιν, Κασ-τα λί-δος
 εοὐ-ύ-δρου νά-μματ' ἐ-πι-νί-σε-ται Δελ-φόν ἀ-νὰ
 πρωῶ-να μααν-τειεῖ-ον ἐφ-έ--πων πά-γον.

 Ἤν κλυ-τὰ με-γα-λό-πο-λις Ἀθ-θίς, εὐ-χαιεῖ-σι
φε-ρό-πλοι-ο ναί-ου-σα Τρι-τωω-νί-δος
 δά-πε-δον ἄ-θραυστον· ἁ-γί-οις δὲ βω-μοιοῖ-σιν
 Ἅ-φαιστος αἰεί-θει νέ-ων μῆ-ρα ταού-ρων·
ὁ-μουοῦ δὲ νιν Ἄ-ραψ ἀτ-μός ἐς Ὄ-λυμ-πον ἀ-να-κίδ-να-ται·
 λι-γὺ δὲ Λω-τοὸς βρέ-μων αεἰ-ό-λοις
 μέ-λε-σιν ὠ-δαάν κρέ-κει.
Χρυ-σέ-α δ' ἁ- δύθρους κί-θα-ρις ὕμ-νοι-σιν ἀ-να-μέλ-πε-ται.
Ὁ δὲ τεχ-νι-τωῶν  πρό-πας ἑσ-μός Ἀθ-θί-δα λαχών
τὸν κι-θα-ρί-σει κλυ-τὸν παῖ-δα με-γά-λου Δι-ὸς ὑ-μνοῦ-σί σε
παρ’ ἀκ-ρο-νι-φῆ τον- δε πά-γον, αἄμ-βροτ’ ἀ-ψευ-δὲ
ὅς πᾶ-σι θνα-τοιοῖς προ-φαί-νει εις λό-γι-- α,
τρί-πο-δα μαν-τειεῖ-ον ὡς ειεἷ-λες,
ἐχ-θρὸς ὁν ἐφρ-ου-ούρειει δρά-κων,
ὅ-τε τε-οῖ-σι βέ-λε-σιν
ἔ-τρη-η-σας αἰ-ό-λον ἑ-λικ-τὰν φυ-άν,
ἔσθ’ ὁ θηρ συχ-νὰ συ-υ-ρίγ-μαθ’ ι-ἱ-εὶς ἀ-θώ-πευτ’ ἀ-πέ-πνευσ’ ὁ-μῶς·
ὡς δὲ Γα-λα-ταᾶν Ἄ-ρης βάρ-βα-ρος,
τάνδ’ὁς ἐπὶ γαῖαν ἐπέραασ’ ἀ-σέπτως,
χι-ό-νος ὤ-λεθ’ὑ-γραῖς βο-λαῖς.
Ἀλλ’ἰὼ γε-ένναν.

Ὁ ποιητὴς προσκαλεῖ τὶς ὀμορφόχερες θυγατέρες τοῦ πολύβροντου Δία ποὺ κατοικοῦν στὸν βαθύδενδρο Ἑλικῶνα, γιὰ νὰ ψάλλουν ὕμνο πρὸς τὸν Φοῖβο, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὶς Δελφικὲς νύμφες προσφέρει τὸ χάρισμα τῆς μαντικῆς στὰ καθάρια νερὰ τῆς καλλίρροης Κασταλίας. Τὸν ὕμνο αὐτὸ τὸν ἀφιερώνει ἡ πόλη τῆς ὁπλοφόρου Τριτωνίδος, τῆς Ἀθηνᾶς, στοὺς βωμοὺς τῆς ὁποίας καίει ὁ Ἥφαιστος μηροὺς νέων ταύρων καὶ ὁ μαῦρος καπνὸς ἀνεβαίνει πρὸς τὸν Ὄλυμπο ἑνωμένος μὲ τοὺς ἤχους τοῦ αὐλοῦ καὶ τῆς κιθάρας. Εἶναι ὕμνος τῶν μουσικῶν πρὸς τὸν ἔνδοξο κιθαριστὴ Ἀπόλλωνα, αὐτὸν ποὺ χορηγεῖ τὶς προφητεῖες, ἀφότου σκότωσε μὲ τὰ βέλη του τὸν δράκοντα ποὺ φρουροῦσε τὸν μαντικὸ τρίποδα, ἀκόμη πρὸς αὐτὸν ποὺ ἔσωσε τοὺς Δελφοὺς ἀπὸ τὰ στίφη τῶν Γαλατῶν.






Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Μέλος καὶ ὄρχησις στὸ ἀρχαῖο δρᾶμα



Ὁ Νίτσε,  μ’ὅλες τὶς ὑπερβολές του, θεμελίωσε ὀρθὰ τὴ θεωρία ὅτι τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δρᾶμα κατάγεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς μουσικῆς. Αὐτὸ δὲν πρέπει πάντα νὰ συνδέεται μὲ τὸ πιθανὸ γεγονὸς τῆς καταγωγῆς τῆς τραγωδίας ἀπὸ τὸ Διθύραμβο, ἀλλὰ ὅτι ἡ τραγικὴ διάσταση ἔχει νὰ κάνῃ μὲ τὴ μουσικὴ φύση τοῦ κόσμου. Θέλω δηλαδὴ νὰ πῶ ὅτι τὸ τραγικὸ πάθος ἀμετουσίωτο εἶναι κτηνῶδες καὶ ἀφόρητο· μόνο ἐνταγμένο μέσα στοὺς νόμους τῆς μουσικῆς γίνεται αἰσθητικὸ γεγονός, παρηγορητικὸ καὶ ὑποφερτό.
Πράγματι οἱ μεγάλοι τραγικοὶ  ποὺ ἦταν, ἐκτὸς ἀπὸ ποιητές, μουσικοὶ καὶ συχνὰ ἠθοποιοί, στὰ χορικὰ μέρη τῶν τραγωδιῶν ποὺ παρενεβάλλοντο μεταξὺ τῶν ἐπεισοδίων, κατέφευγαν συχνὰ στὸ μυθικὸ ὑλικὸ γιὰ νὰ ἐντάξουν  καὶ νὰ ἑρμηνεύσουν τὰ τραγικὰ πάθη. Στὶς παρόδους, στὰ ἐξόδια ἄσματα  καὶ στὰ στάσιμα ὁ  χορὸς ἄδει καὶ ὀρχεῖται, δηλαδὴ τὸ ποιητικὸ κείμενο, οἱ λέξεις, ὑπόκεινται  στὴν ἐμμέλεια.  Μ’αὐτὸν τὸν τρόπο τὰ μεγάλα πάθη χωνεύονται μέσα στὸ μέλος, ἀφομοιώνονται μὲ τὸν ρυθμὸ καὶ μετριάζονται μὲ τὸ μέτρο, ὥστε νὰ γίνουν  ἀνεκτὰ καὶ αἰσθητικῶς  νόμιμα.
Δυστυχῶς ἡ ἀρχαία θεατρικὴ μουσικὴ χάθηκε ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μικρὸ ἀπόσπασμα τοῦ «Ὀρέστη»  τοῦ Εὐρυπίδη ποὺ βρέθηκε στοὺς Δελφούς.
Ὅσοι ὅμως μποροῦν νὰ διαβάσουν τὰ ἀρχαῖα ποιητικὰ κείμενα, μποροῦν νὰ ἀντιληφθοῦν ἀπὸ τὰ μέτρα κυρίως, τὴν ποικιλία τῶν ρυθμῶν καὶ νὰ ὑποπτευθοῦν τοὺς κυματισμοὺς τῶν ψυχικῶν παθῶν, ποὺ αὐτὰ τὰ μέτρα ἀντικατοπτρίζουν.
Τὰ μουσικὰ μέρη τῶν χορικῶν ἔργο ὅπως εἴπαμε τῶν ποιητῶν, δὲν περιορίζονταν μόνο στὸ φωνητικὸ μέλος ἀλλὰ ὑποχρέωναν τὸ σῶμα σὲ ἐμμελῆ κίνηση. Ἐξ οὗ καὶ  σήμερα στὴν Ἑλλάδα, ταυτίζουμε ἐννοιολογικὰ τὸ ἆσμα  μὲ τὴν ὄρχηση καὶ λέμε τὴν  ὄρχηση χορὸ, ἐνῶ στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ  ὁ χορὸς ἦταν συνώνυμο, κυρίως τοῦ ὀμαδικοῦ ἄσματος.
Ἄς μὴν ξεχνᾶμε πάντως ὅτι ἡ νεοελληνικὴ λέξη γιὰ τὸ ἆσμα εἶναι τραγούδι,  σαφῶς ἀπὸ τὴν «τραγωδία» ἡ καταγωγή. Τὰ Χορικὰ μετὰ τὴν κατάρρευση τῆς δημοκρατίας  στὴν Ἀθήνα συρρικνώθηκαν καὶ στὸ τέλος ὅταν δὲν ἐξαφανίστηκαν,  οἱ τραγωδίες ἔγιναν μόνο ἀναγνωστικὲς ἄρα μόνο κείμενο, χωρὶς μέλος καὶ ὄρχηση.
Ὅταν τὸ ἀρχαῖο δρᾶμα μετὰ ἀπὸ ἔλλειψη πολλῶν αἰώνων, ἀναβιώνει στὴν Ἀναγέννηση, συμβαίνει τὸ ἐξῆς καταπληκτικό: Ἐνῶ ἡ Ἀναγέννηση «διασπᾶ» τὴν ἐνότητα τοῦ ἀρχαίου ποιητικοῦ μοντέλου, νοσταλγεῖ ταυτόχρονα καὶ τὴν ἰσορροπία τῆς συνοχῆς τῶν ποιητικῶν μερῶν. Πράγματι ἡ Ἀναγέννηση διαμέλισε τὸ δρᾶμα σὲ ποιητικὸ κείμενο αὐτόνομο, ὄρχηση, μιμική, μέλος καὶ ἐνόργανη μουσικὴ χωρὶς κείμενο.  Ἀπ’τὴν ἄλλη νοσταλγώντας τὴν ἐνότητα ἐφηῦρε τὴν ὄπερα ὅπου προσπάθησε νὰ συνδυάσει ξανὰ τὴ λέξη μὲ τὸ μέλος, τὴν ὄρχηση μὲ τὴν εἰκαστικὴ ἔκφραση. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ποὺ ἀποκόπηκε ἀπὸ τὴν εὐρωπαϊκὴ παράδοση διέσωσε τὴ Χορικὴ μουσικὴ καὶ στὴ λειτουργία καὶ στὶς λαϊκὲς πανηγύρεις.
Στὴν ἀρχὴ οἱ χοροὶ τῶν ψαλτῶν ἔψαλλαν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ. Ὅταν ἡ ἐνόργανη μουσικὴ ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸ ναὸ παρέμεινε ἡ ποίηση καὶ τὸ μέλος. Τὰ ὄργανα ὅμως μπῆκαν στὶς λαϊκὲς τελετὲς καὶ ἔφτασαν ὡς ἐμᾶς ὡς κομπανίες ποὺ συνοδεύουν τὸ ἆσμα καὶ τὸ χορό.
Ὅταν ἀπ’τὶς ἀρχὲς τοῦ αἰώνα μας στὴν Ἑλλάδα ξεκίνησε μιὰ γιγαντιαία ἐποποιϊα  ἀναβίωσης τοῦ ἀρχαίου δράματος ἀπὸ μετάφραση, σημαντικοὶ Ἕλληνες συνθέτες,  χωρὶς βέβαια τίποτε τὸ θετικὸ καὶ σημαντικὸ στὴ διάθεσή τους (παρόλες τὶς περισπούδαστες  ἔρευνες τοῦ Θρασύβουλου Γεωργιάδη στὴ Γερμανία γιὰ τὴν ἀρχαία μουσική) προσπάθησαν νὰ βροῦν τὸ ὕφος καὶ τὸ ἦθος μιᾶς σκηνικῆς μουσικῆς ἀνάλογης μὲ τὴ μεγάλη χορικὴ ποίηση τῶν τραγικῶν.
Στὴν ἀρχὴ τοῦ αἰώνα καὶ ὡς τὸ 1960  περίπου οἱ μουσουργοὶ μας, μιμοῦνταν τὰ εὐρωπαϊκὰ πρότυπα, τὸν Μπετόβεν, τὸν Μέντελσον, τὸν Βάγκνερ ἤ τὸν  Ριχάρδο Στράους μέχρι καὶ τὸν Στραβίνσκι καὶ τὸν Χόννεγκερ. Ἔτσι σπουδαῖοι Ἕλληνες συνθέτες ὅπως ὁ Δημ. Μητρόπουλος, ὁ Εὐαγγελάτος, ὁ Βάρβογλης, ὁ Ριάδης, ὁ Καζάσογλου, ὁ Παλλάντιος, ὁ Δραγατάκης ἔγραψαν συμφωνικὰ ποιήματα μὲ δυτικίζουσες ἐνορχηστρώσεις.
Ἀπὸ τὸ 1957 ὁ Μάνος Χατζηδάκις μὲ τὴν «Μήδειά» του, τὴν «Λυσιστράτη» του, καὶ ὁ Μίκης Θεοδωράκης ἀπὸ τὸ 1961 μὲ τὶς «Φοίνισσές» του, ἔστρεψαν τὴ μελωδία πρὸς τὰ βυζαντινὰ καὶ λαϊκότροπα μοτίβα καὶ λιτότερες ἐνορχηστρώσεις.
Πρέπει ἐδῶ νὰ ποῦμε πώς τὸ 1927 στὶς Δελφικὲς γιορτὲς τῶν Σικελιανῶν ὁ Κων/νος Ψάχος εἶχε πρῶτος χρησιμοποιήσει βυζαντινὲς κλίμακες, ἀλλὰ ἡ προσπάθειά του δὲν εἶχε συνέχεια. Σήμερα πιὰ ὅλοι οἱ σημαντικοὶ Ἕλληνες συνθέτες ἔχουν βάλει ἕνα λιθαράκι στὴν τραγικὴ ὀρχήστρα.
Ἀπὸ τὸν ἰδιοφυῆ Γιάννη Χρήστου, ἕως τὸν προχωρημένο Γιάννη Ξενάκη, ὁ Ἀντωνίου, ὁ Κουρουπὸς, ὁ Γαζουλέας, ὁ Ρώτας, ὁ Τερζάκης, ὁ Λεοντής, ὁ Μαρκόπουλος, ὁ Κυπουργός, ὁ Κουμεντάκης. Βεβαίως ὁ Κουνάδης καὶ ὁ Νίκος Μαμαγκάκης, ὁ Τσαγκάρης, ὁ Θάνος Μικρούτσικος, ὁ Δημητρίου. Οὔτε ἀξιολογικός οὔτε ἐξαντλητικὸς εἶναι ὁ κατάλογος. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ὑπογείως καὶ μέσα ἀπὸ τὶς σκοτεινὲς διόδους τῆς ἐθνικῆς περιπέτειας ὁ λαός μας καὶ οἱ ἐπώνυμοι μουσικοί του, ξετυλίγουν τὸ κουβάρι τῆς Χορικῆς μουσικῆς ποὺ μᾶς πρόσφερε ὁ Αἰσχύλος καὶ μέσω τοῦ Ρωμανοῦ καὶ τῶν λαϊκῶν μας παραδόσεων (μοιρολόγια, γάμοι, πανηγύρεις) ἔφτασαν ξανὰ στὶς νεώτερες ἀπόπειρες ἑρμηνείας στὰ ἀρχαῖα μας θέατρα.

Κώστας Γεωργουσόπουλος
 (ἀπὸ τὴν ἔκδοση:  «Λάκης Χαλκιᾶς 2500 χρόνια ἑλληνικῆς μουσικῆς» Ἀθήνα 1999)




Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Καλλιπάτειρα



«Ἀρχόντισσα Ροδίτισσα, πῶς μπῆκες;
Γυναῖκες διώχνει μιὰ συνήθεια ἀρχαία
ἐδῶθε.» «Ἔχω ἕνα ἀνίψι, τὸν Εὐκλέα, 
τρία ἀδέρφια, γιό, πατέρα, Ὀλυμπιονίκες·
νὰ μὲ ἀφήσετε πρέπει, Ἑλλανοδίκες,
κι ἐγὼ νὰ καμαρώσω μὲς τὰ ὡραῖα
κορμιά, ποὺ γιὰ τὸ ἀγρίλι τοῦ Ἡρακλέα
παλεύουν, θαυμαστὲς ψυχὲς ἀντρίκειες.
Μὲ τὲς ἄλλες γυναῖκες δὲν εἶμ᾿ ὅμοια·
στὸν αἰῶνα τὸ σόι μου θὰ φαντάζει
μὲ τῆς ἀντρειᾶς τ᾿ ἀμάραντα προνόμια·
μὲ μάλαμα γραμμένο τὸ δοξάζει
σὲ ἀστραφτερὸ κατεβατὸ μαρμάρου
ὕμνος χρυσός, τοῦ ἀθάνατου Πινδάρου.»

Λορέντζος Μαβίλης


φωτογραφία:Λ. Μαβίλη  - Αρχείο ΕΛΙΑ

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

ἡ 25η ὥρα



Ὁ χρόνος εἶχε κάποτε εὐρυχωρία.
Δικά μου πρωϊνά ποὺ δὲ μοῦ τά ‘παιρνε κανείς,
πάμφωτα μεσημέρια ποὺ μὲ βασάνιζε ἡ ὑποχρέωση
ἄθελου ὕπνου, γεμάτα ἀπογεύματα,
καὶ νύχτες ἔνυπνες, ἐνόνειρες.
Σιγά – σιγά, ἄρχισαν νὰ μὲ κλέβουν.
Μοῦ ζήτησαν κάποια μικρὴ ἐξυπηρέτηση.
Ἁπλόχερα τὴν ἔδωσα. « Ἔχετε λίγη ὥρα γιά…»
«Θὰ σᾶς ἀνταμείψω..»
Δὲ μ’ ἔνοιαζε ἡ άνταμοιβή, ἡ ἀνταπόδοση.
Ἔδωσα ὧρες ἀφειδόλεφτα , ἔδωσα πρωϊνά,
ἔδωσα μεσημέρια, ἀπογεύματα,
νύχτες ἀτέλειωτες κι ἄλλες νύχτες,
μέρες ἀτέλειωτες κι ἄλλες μέρες·
ὅταν τέλειωσε ὁ χρόνος ἔδωσα τόπο στὴν ὀργή,
ἔδωσα τὰ σπλάχνα μου, τὸ σῶμα μου,
ἔφτασα στὴν τελευταία μου στιγμή·
ἐκεῖ μὲ περίμενε ὁ ἄγνωστος ἀνταποδότης.
«Πάρε» - εἶπε- «τριάντα δικές μου ὧρες
πολλαπλασίασέ τες καὶ ἆρον τὸν κράβατόν σου».
Ἐπέζησα καὶ μετεωρίζομαι.
Δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε ἄλλο.
Ἔχω συνηθίσει νὰ δίνω.
Δίνω λοιπὸν ὅ,τι ἐλάχιστο ἀπέμεινε.
Δίνω κι ἀναζητῶ ἀπεγνωσμένα
τώρα ποὺ στένεψε ἀσφυκτικὰ ὁ χρόνος
τώρα ποὺ χάθηκαν καὶ οἱ εἰκοσιτέσσερις,
τὴν εἰκοστὴ πέμπτη μου ὥρα·
τῆς  Ἀλήθειας.

Κώστας Μάστρακας  -

Ἀπὸ τὸ

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Τε­λευ­ταῖ­ος Σταθ­μός



Λί­γες οἱ νύ­χτες μὲ φεγ­γά­ρι ποὺ μ᾿ ἀ­ρέ­σαν.
Τ᾿ ἀλ­φα­βη­τά­ρι τῶν ἄ­στρων ποὺ συλ­λα­βί­ζεις
ὅ­πως τὸ φέ­ρει ὁ κό­πος τῆς τε­λει­ω­μέ­νης μέ­ρας
καὶ βγά­ζεις ἄλ­λα νο­ή­μα­τα κι ἄλ­λες ἐλ­πί­δες,
πιὸ κα­θα­ρὰ μπο­ρεῖς νὰ τὸ δι­α­βά­σεις.
Τώ­ρα ποὺ κά­θο­μαι ἄ­νερ­γος καὶ λο­γα­ριά­ζω
λί­γα φεγ­γά­ρια ἀ­πό­μει­ναν στὴ μνή­μη-
νη­σιά, χρῶ­μα Θλιμ­μέ­νης Πα­να­γί­ας, ἀρ­γὰ στὴ χά­ση
ἢ φεγ­γα­ρό­φω­τα σὲ πο­λι­τεῖ­ες τοῦ βο­ριὰ ρί­χνον­τας κά­πο­τε
σὲ τα­ραγ­μέ­νους δρό­μους πο­τα­μοὺς καὶ μέ­λη ἀν­θρώ­πων
βα­ριὰ μί­α νάρ­κη.
Κι ὅ­μως χτὲς βρά­δυ ἐ­δῶ, σὲ τού­τη τὴ στερ­νή μας σκά­λα
ὅ­που προ­σμέ­νου­με τὴν ὥ­ρα τῆ­ς  ἐ­πι­στρο­φῆς μας νὰ χα-
 ­   ρά­ξει
σὰν ἕ­να χρέ­ος πα­λιό, μο­νέ­δα ποὺ ἔ­μει­νε γιὰ χρό­νια
στὴν κά­σα ἑ­νὸς φι­λάρ­γυ­ρου, καὶ τέ­λος
ἦρ­θε ἡ στιγ­μὴ τῆ­ς  πλε­ρω­μῆς κι ἀ­κού­γον­ται
νο­μί­σμα­τα νὰ πέ­φτουν πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι-
σὲ τοῦ­το τὸ τυρ­ρη­νι­κὸ χω­ριό, πί­σω ἀ­πὸ τὴ Θά­λασ­σα τοῦ
 ­   Σα­λέρ­νο
πί­σω ἀ­πὸ τὰ λι­μά­νια τοῦ γυ­ρι­σμοῦ, στὴ­ν  ἄ­κρη
μιᾶς φθι­νο­πω­ρι­νῆς μπό­ρας, τὸ φεγ­γά­ρι
ξε­πέ­ρα­σε τὰ σύν­νε­φα, καὶ γί­ναν
τὰ σπί­τια στὴν ἀν­τί­πε­ρα πλα­γιὰ ἀ­πὸ σμάλ­το.
Σι­ω­πὲς ἀ­γα­πη­μέ­νες τῆ­ς  σε­λή­νης.
Εἶ­ναι κι αὐ­τὸς ἕ­νας εἱρ­μὸς τῆς σκέ­ψης, ἕ­νας τρό­πος
ν᾿ ἀρ­χί­σεις νὰ μι­λᾶς γιὰ πράγ­μα­τα ποὺ ὁ­μο­λο­γεῖς
δύ­σκο­λα, σὲ ὧ­ρες ὅ­που δὲ βα­στᾶς, σὲ φί­λο
ποὺ ξέ­φυ­γε κρυ­φὰ καὶ φέρ­νει
μαν­τά­τα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι κι ἀ­πὸ τοὺς συν­τρό­φους,
καὶ βι­ά­ζε­σαι ν᾿ ἀ­νοί­ξεις τὴ καρ­διά σου
μὴ σὲ προ­λά­βει ἡ ξε­νι­τιὰ καὶ τὸν ἀλ­λά­ξει.
Ἐρ­χό­μα­στε ἀπ᾿ τὴν Ἀ­ρα­πιά, τὴν Αἴ­γυ­πτο τὴν Πα­λαι­στί­νη
   τὴ Συ­ρί­α
τὸ κρα­τί­διο
τῆς Κομ­μα­γη­νῆς πού ῾σβη­σε σὰν τὸ μι­κρὸ λυ­χνά­ρι
πολ­λὲς φο­ρὲς γυ­ρί­ζει στὸ μυα­λό μας,
καὶ πο­λι­τεῖ­ες με­γά­λες ποὺ ἔ­ζη­σαν χι­λιά­δες χρό­νια
κι ἔ­πει­τα ἀ­πό­μει­ναν τό­πος βο­σκῆς γιὰ τὶς γκα­μοῦ­ζες
χω­ρά­φια γιὰ ζα­χα­ρο­κά­λα­μα καὶ κα­λαμ­πό­κια.
Ἐρ­χό­μα­στε ἀπ᾿ τὴν ἄμ­μο τῆ­ς  ἔ­ρη­μος ἀπ᾿ τὶς Θά­λασ­σες τοῦ
 ­   Πρω­τέ­α,
ψυ­χὲς μα­ραγ­κι­α­σμέ­νες ἀ­πὸ δη­μό­σι­ες ἁ­μαρ­τί­ες,
κα­θέ­νας κι ἕ­να ἀ­ξί­ω­μα σὰν τὸ που­λὶ μὲς στὸ κλου­βί του.
Τὸ βρο­χε­ρὸ φθι­νό­πω­ρο σ᾿ αὐ­τὴ τὴ γού­βα
κα­κο­φορ­μί­ζει τὴν πλη­γὴ τοῦ κα­θε­νός μας
ἢ αὐ­τὸ ποὺ θἄ ῾λε­γες ἀλ­λι­ῶς, νέ­με­ση μοί­ρα
ἢ μο­να­χὰ κα­κὲς συ­νή­θει­ες, δό­λο καὶ ἀ­πά­τη,
ἢ ἀ­κό­μη ἰ­δι­ο­τέ­λεια νὰ καρ­πω­θεῖς τὸ αἷ­μα τῶν ἄλ­λων.
Εὔ­κο­λα τρί­βε­ται ὁ ἄν­θρω­πος μὲς στοὺς πο­λέ­μους-
ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μα­λα­κός, ἕ­να δε­μά­τι χόρ­το-
χεί­λια καὶ δά­χτυ­λα ποὺ λα­χτα­ροῦν ἕ­να ἄ­σπρο στῆ­θος
μά­τια ποὺ μι­σο­κλεί­νουν στὸ λαμ­πύ­ρι­σμα τῆς μέ­ρας
καὶ πό­δια ποὺ θὰ τρέ­χα­νε, κι ἂς εἶ­ναι τό­σο κου­ρα­σμέ­να,
στὸ πα­ρα­μι­κρὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ κέρ­δους.
Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μα­λα­κὸς καὶ δι­ψα­σμέ­νος σὰν τὸ χόρ­το,
ἄ­πλη­στος σὰν τὸ χόρ­το, ρί­ζες τὰ νεῦ­ρα του κι ἀ­πλώ­νουν-
σὰν ἔρ­θει ὁ Θέ­ρος
προ­τι­μᾶ νὰ σφυ­ρί­ξουν τὰ δρε­πά­νια στ᾿ ἄλ­λο χω­ρά­φι-
σὰν ἔρ­θει ὁ Θέ­ρος
ἄλ­λοι φω­νά­ζου­νε γιὰ νὰ ξορ­κί­σουν τὸ δαι­μο­νι­κὸ
ἄλ­λοι μπερ­δεύ­ουν­ται μὲς στ᾿ ἀ­γα­θά τους,  ἄλ­λοι  ρη­το-
 ­   ρεύ­ουν.
Ἀλ­λὰ τὰ ξόρ­κια τ᾿ ἀ­γα­θὰ τὶς ρη­το­ρεῖ­ες,
σὰν εἶ­ναι οἱ ζων­τα­νοὶ μα­κριά, τί θὰ τὰ κά­νεις;
Μή­πως ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἄλ­λο πράγ­μα;
Μὴν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ με­τα­δί­νει τὴ ζω­ή;
Και­ρὸς τοῦ σπεί­ρειν, και­ρὸς τοῦ θε­ρί­ζειν.
Πά­λι τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια, θὰ μοῦ πεῖς, φί­λε.
Ὅ­μως τὴ σκέ­ψη τοῦ πρό­σφυ­γα τὴ σκέ­ψη τοῦ αἰχ­μά­λω­του
   τὴ σκέ­ψη
τοῦ ἀν­θρώ­που σὰν κα­τάν­τη­σε κι αὐ­τὸς πρα­μά­τεια
δο­κί­μα­σε νὰ τὴν ἀλ­λά­ξεις, δὲν μπο­ρεῖς.
Ἴ­σως καὶ νἄ ῾θε­λε νὰ μεί­νει βα­σι­λιὰς ἀν­θρω­πο­φά­γων
ξο­δεύ­ον­τας δυ­νά­μεις ποὺ κα­νεὶς δὲν ἀ­γο­ρά­ζει,
νὰ σερ­για­νᾶ μέ­σα σὲ κάμ­πους ἀ­γα­πάν­θων
ν᾿ ἀ­κού­ει τὰ τουμ­πε­λέ­κια κά­τω ἀπ᾿ τὸ δέν­τρο τοῦ μπαμ­ποῦ,
κα­θὼς χο­ρεύ­ουν οἱ αὐ­λι­κοί με τε­ρα­τώ­δεις προ­σω­πί­δες.
Ὅ­μως ὁ τό­πος ποὺ τὸ­ν  πε­λε­κοῦν καὶ ποὺ τοῦ καῖ­νε σὰν
 ­   τὸ πεῦ­κο, καὶ τὸ­ν  βλέ­πεις
εἴ­τε στὸ σκο­τει­νὸ βα­γό­νι, χω­ρὶς νε­ρό, σπα­σμέ­να τζά­μια,
   νύ­χτες καὶ νύ­χτες
εἴ­τε στὸ πυ­ρω­μέ­νο πλοῖ­ο ποὺ θὰ βου­λιά­ξει κα­θὼς τὸ δεί-
 ­   χνουν οἱ στα­τι­στι­κές,
ἐ­τοῦ­τα ρί­ζω­σαν μὲς στὸ μυα­λὸ καὶ δὲν ἀλ­λά­ζουν
ἐ­τοῦ­τα φύ­τε­ψαν εἰ­κό­νες ἴ­δι­ες με τὰ δέν­τρα ἐ­κεῖ­να
ποὺ ρί­χνουν τὰ κλω­νά­ρια τους μὲς στὰ παρ­θέ­να δά­ση
κι αὐ­τὰ καρ­φώ­νουν­ται στὸ χῶ­μα καὶ ξα­να­φυ­τρώ­νουν-
ρί­χνουν κλω­νά­ρια καὶ ξα­να­φυ­τρώ­νουν δρα­σκε­λόν­τας
λεῦ­γες καὶ λεῦ­γες-
ἕ­να παρ­θέ­νο δά­σος σκο­τω­μέ­νων φί­λων τὸ μυα­λό μας.
Κι ἂ σου μι­λῶ μὲ πα­ρα­μύ­θια καὶ πα­ρα­βο­λὲς
εἶ­ναι για­τὶ τ᾿ ἀ­κοῦς γλυ­κό­τε­ρα, κι ἡ φρί­κη
δὲν κου­βεν­τι­ά­ζε­ται για­τὶ εἶ­ναι ζων­τα­νὴ
για­τὶ εἶ­ναι ἀ­μί­λη­τη καὶ προ­χω­ρά­ει-
στά­ζει τὴ μέ­ρα, στά­ζει στὸν ὕ­πνο
μνη­σι­πή­μων πό­νος.
Νὰ μι­λή­σω γιὰ ἥ­ρω­ες νὰ μι­λή­σω γιὰ ἥ­ρω­ες: ὁ Μι­χά­λης
ποὺ ἔ­φυ­γε μ᾿ ἀ­νοι­χτὲς πλη­γὲς ἀπ᾿ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο
ἴ­σως μι­λοῦ­σε γιὰ ἥ­ρω­ες ὅ­ταν, τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη
ποὺ ἔ­σερ­νε τὸ πο­δά­ρι του μὲς στὴ συ­σκο­τι­σμέ­νη πο­λι­τεί­α,
οὔρ­λια­ζε ψη­λα­φών­τας τὸ­ν  πό­νο μας- «Στὰ σκο­τει­νὰ
πη­γαί­νου­με, στὰ σκο­τει­νὰ προ­χω­ροῦ­με.­.­.»
Οἱ ἥ­ρω­ες προ­χω­ροῦν στὰ σκο­τει­νά.
Λί­γες οἱ νύ­χτες μὲ φεγ­γά­ρι ποὺ μ᾿ ἀ­ρέ­σουν.


Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης



Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Φοβᾶμαι...



Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι 
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου 
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ 
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα 
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα 
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες 
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν 
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν 
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.
Νοέμβρης 1983



Μανώλης Ἀναγνωστάκης

ἀπὸ τὸ http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/manolhs_anagnwstakhs_poems.htm

Ἐπιτύμβιον



Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.
Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.
(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος.



Μανώλης Ἀναγνωστάκης

ἀπὸ τὸ http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/manolhs_anagnwstakhs_poems.htm

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Τὸ θαῦμα τοῦ ἀποστόλου Ἄνδρέα


Καὶ στοὺς ἄθρησκους, ἡ ἀσύγκριτη ἑρμηνεία τοῦ  Χρήστου Σίκκη δὲν ἀφήνει περιθώρια.. Μόνο θαυμασμός.
Παρατηρῶ ὅτι στὸν πρῶτο στίχο, ἐπικαλεῖται τὸ Θεὸ ποὺ πιστεύει, νὰ τὸν βοηθήσει στὴν έξιστόρηση ποὺ θὰ ἀκολουθήσει (μῆνιν Ἄειδε Θεά... , Ἄειδε Μοῦσα μοι φίλη.. ,  Ἄνδρα μοι, ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον....) ὅπως παλιά.

Ἀπὸ το YouTube http://youtu.be/j6qrBbZ5kFI

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ



Ἀντώνης Κυριαζῆς –Ρήγας Φεραῖος·
τὸ πρῶτο χάθηκε κι ἔζησε τ’ ἄλλο.
Μὲ τοῦτο τ’ ὄνομα γαμπρὸς μοιραῖος
τῆς Λευτεριᾶς ξεκίνησες τὸ μπάλο.
Τοῦ Βελεστίνου ἀφήνεις τὰ σοκάκια
καὶ φτάνεις Βουκουρέστι μ’ ἕνα ζάλο.
Ἀλάργα ἀπὸ τὰ τούρκικα γεράκια,
μὲ τὸ ἀλατόμητον ἀπόθεμά σου
ἐπαναστατικὰ γράφεις στιχάκια
μ’ ἔνταση ζώντας τὴν ἀποκοτιά σου.
Ἡ γλώσσα σου τὸ πράγμα χεροπιάνει
σὰν ζωντανὸς ὀργανισμός. Βαθιά σου
σπιθίζει ἡ πίστη καὶ σκορπᾶ τὴν πλάνη
ὅσων ξοδεύονται στὶς ρητορίες
πὼς ἡ τσαρίνα τάχα καταφτάνει
νὰ ξεσκλαβώσει τάχα τοὺς Ρωμιούς. Γελοῖες
εἰδήσεις σὰν κι αὐτή, σ’ἐξαγριώνουν:
«Ἀδέρφια, περισσέψαν πιὰ οἱ χρεῖες·
τὴ δύναμή τους ὅσοι ξεσπαθώνουν,
προσεχτικά ἄς μετροῦν. Ποτὲς οἱ ξένοι
τὰ ὅπλα ἤ τὴ φωνή τους δὲν ὀρθώνουν
γιὰ νὰ χαροῦμ’ἔμεῖς λευτερωμένοι
δίχως τὸ δάχτυλό μας νὰ σαλέψει.
Μ’αἷμα  καὶ δάκρυ ἀκριβοπληρωμένη
ἡ Λευτεριά μας θἄρθει. Ὅποιος χορέψει
στοῦ ἀγώνα τὸ χορὸ μακαρισμένος!
Ἀλλιῶς στὴ φρονιμάδα του να ρέψει
καὶ νὰ τὸν πεῖ κιοτὴ ὅλο τὸ Γένος».
Τοῦ Μουσταφὰ τὸ σβέρκο εἶχε τσακίσει
τοῦ φοβεροῦ ὑβριστή σου, ἐξοργισμένος,
ταΐζοντας φωτιὲς ἀπ’ ἄγρια μίση
κι ἔτσι κλαρίτης βρέθηκες στοῦ Ζήρα
τὸν νταϊφὰ μ’ ὡριμασμένη κρίση.
Ὅμως γιὰ πιὸ ψηλὰ σ’ εἶχεν ἡ μοίρα.
Στὸ νοῦ δὲ θυσιάζεις τὴν καρδιά σου
(οὔτε ἀποκρύβει ἡ σάλπιγγα τὴ λύρα –
ἡ κάθε μια τους ξέχωρη χαρά σου),
κι οὔτε ὑποτάζεις στὴν καρδιὰ τὸ νοῦ σου.
Σφραγίδες, νοῦς-καρδιά, τῆς δωρεᾶς σου,
τὸ δρόμο ποὺ σφραγίζουν τοῦ λαοῦ σου.
Ἡ λυγερή σου φλόγα κι ἡ σβελτάδα
στὸ θόλο ζωγραφίζουν τοῦ ναοῦ σου
τοῦ ἀχειροποίητου, μιὰ νέα Ἑλλάδα.
Κι ὅλο κουνᾶς τὶς πέτρες ποὺ μαλλιάσαν
μὲς στὴ θανατερή τους σιγουράδα.
«Ξεβολευτεῖτε οἱ Ἕλληνες καὶ φτάσαν
τοῦ μυστικοῦ μας ἀρραβώνα οἱ ὧρες
μὲς στὴ σκλαβιά μας ποὺ κρυφωριμάσαν
καὶ στὶς δαρτὲς ποὺ μᾶς ρημάξαν μπόρες.
Ἀρχὲς οὐρανιοῦχες τὸ προστάζουν
καθὼς τὸ πρόσταξαν καὶ σ’ἄλλες χῶρες
ποὺ τώρα ἐλεύθερες λαμπρογιορτάζουν!»
Τὸ χαλινάρι τῆς σκλαβιᾶς δαγκώνεις
κι αἵματα τὰ δυὸ χείλη σου λεκιάζουν.
Καὶ τὶς νυχτιὲς μονάχος καταστρώνεις
(γραμματικὸς στὴ Βλαχομπογδανία
τοῦ πρίγκηπα Ὑψηλάντη) κι ὅλο ἁπλώνεις
τὸ σχέδιό σου, ζώντας μ’ ἀγωνία
τὸν πυρετό σου κι ἔνταση μεγάλη
γιὰ μιὰν Βαλκανικὴν Ὁμοσπονδία
ποὺ ὁ γενικὸς ξεσηκωμὸς θὰ βγάλει.
Τὸ ἀντερί σου τὸ μενεξεδένιο
στοῦ Δούναβη ἀνεμίζει τὸ κανάλι
μαζί μὲ τ’ ὄνειρό σου τ’ ἀσημένιο.
Τοῦ ἐνθουσιασμοῦ κερνᾶς τὸν οἶνο
μοιράζοντας τὸν ἄρτο τὸν σταρένιο
στοὺς Μυστικούς σου Δείπνους δίχως θρῆνο.
Τὴν Κραϊόβα τὴν γαληνεμένη
ἀλλάζεις πιὰ μὲ τὸν γαλάζιο κρίνο,
τὴν ὀνειροπλεχτή σου τὴ Βιέννη.
Ἐκεῖ  Σέρβοι, Κροάτες καὶ Βουλγάροι,
Βλάχοι, Ἀρβανίτες καὶ Ρωμιοὶ δεμένοι
μὲ τὸν κοινὸ καημὸ ποιὸς νὰ τοὺς πάρει
τὸ βάρος ποὺ συντρίβει τὴν ψυχή τους.
«Στοὺς ἑαυτούς σας να ‘χετε τὰ θάρρη!»
Κι ἀπόκριση σοῦ δίνει Ἡ ἰαχή τους
στὴ Γκρίχεν Μπάιζελ τῆς Γκρίχενγκράσε,
καθὼς σοῦ δείχνουν τὸ κρυφὸ σπαθί τους.
Μικρὴ ἡ ταβέρνα, Ρήγα, δὲ χωρά σε.
Μιλοῦν οἱ φιμωμένοι καὶ σιωπώντας!
«Γιέ μου τὴ Λευτεριὰ ξάμωσε φτάσε»,
σοῦ εἶχε πεῖ ὁ Πατροκοσμᾶς κοιτώντας
στὸ ἀστραφτερό σου βλέμμα τὸ γραφτό σου.
Κάθε ραγιὰ σιμώνεις τραγουδώντας
δίνοντας τὸν ἀτόφιον ἑαυτό σου.
Βουνίσιο ἡ ὁμιλία σου ποτάμι
καὶ τὶς ψυχὲς τὸ πνεῦμα τὸ ζεστό σου
τὶς ξεμαργώνει ἀγγέλους νὰ τὶς κάμει
καὶ Ταξιάρχες τοῦ μεγάλου Ἀγώνα,
ποὺ μὲς στὸ ἴδιο του μαῦρο θολάμι
τὸ τέρας θὰ ἐξοντώσουνε τοῦ αἰώνα.
«Πύριον κόνιν» τῆς ζητοῦν  «καὶ σφαίρας»·
μὰ ποὺ νὰ τοὺς ἀκούσει στὴ Χερσώνα
ἐρωτικὸς ποὺ τὴ μεθάει ἀγέρας,
ἡ συμφεροντολόγα Αἰκατερίνα.
Ὀνείρατα τῆς νύχτας καὶ τῆς μέρας
φλόγες τῶν πόθων καῖνε τήν τσαρίνα.
«ἡ Ἀθηνᾶ τῆς Ἄρκτου» πιὰ κωφεύει
ντυμένη ὀνειρεμένα κρινολίνα,
κι ὁ δόλος «τῆς ἀννάσης» θριαμβεύει
ἀφήνοντας παντέρμο τὸν Κατσώνη.
«Ἰμπερατόρων ὄχι κι ἄλλη χλεύη
ἤ μεσιτεία», κράζεις, «μᾶς ὑπνώνει.
Ρεπούμπλικα – Φραντσέζα –Ξανθὸν Γένος
δὲ συμπονοῦν τὸ σκλάβο. Καταμόνοι
καὶ μὲ προγονικὸ θὰ μποῦμε σθένος
στῆς ἐπανάστασής μας τὸ καμίνι.
Στοὺς Ἕλληνες θ’ ἀνήκει ὁ δίκαιος αἶνος
σωθοῦν ἤ ἁρπαχτοῦνε ἀπὸ τὴ δίνη
ἔχοντας στὴν καρδιά τους τὴν Πατρίδα!»
Καὶ Ἰσότη, Ἐλευθερία, Ἀδελφοσύνη,
ντυμένες τὴν αἱμάτινη χλαμύδα
πάντα νὰ λάμπουν στῆς θυσίας τὸ ἁλώνι
σωσμένες ἀπ’ τοῦ Τούρκου τὴν ἀκρίδα
ποὺ βρωμερὸν ὁλοῦθε πόδι ἁπλώνει.
Τοπίο ξερακιανὸ ποὺ δὲ δαμάζεις
τοὺς συναγωνιστές σου φανερώνει.
Καί, Δόξα, ἐσὺ τὰ ὀνόματα διαβάζεις
στὴ Ράχη τῶν Ψαρῶν καὶ στὰ Οὐράνια:
Ἀργέντης, Κορωνιός (μὴν κατεβάζεις
τὸν τόνο), Ἐμμανουὴλ (πλέξε στεφάνια
γιὰ δυό:τὸν Παναγιώτη καὶ Ἰωάννη),
Τουρούντζιας (κατακκόκινα γεράνια)
καὶ Καρατζὰς καὶ Νικολίδης! Φτάνει
ἡ φοβερὴ κραυγὴ τόσων Μαρτύρων,
ποὺ ἡ εὐλογία τους νὰ μᾶς μυράνει
στοὺς οὐρανοὺς τῆς γῆς καὶ τῶν ἀπείρων.
Εἰκοσιτρεῖς τοῦ  Ἰούνη,  Βελιγράδι
πίσω ἀπὸ μαῦρα κρέπια παραθύρων
ὀχτὼ στραγγαλισμένοι μὲς στὸ βράδυ.
Στοῦ Θούριου τὸ ρυθμὸ χτυπᾶ ἡ καρδιά μας
κι ἀγγίζοντας τὴ Χάρτα σου ἕνα χάδι
περνάει τὴν ὕπαρξή μας καὶ ἡ θωριά μας
ἀπὸ κρυφὸ ζωογονεῖται ἀγέρα.
Τὸ δέντρο μας ἠχεῖ καὶ τὰ κλαδιά μας
κι  ἀπ’ τὴν Εὐρώπη ἀκούγεται πιὸ πέρα.
Στὸ χρυσωμένο βάθος μιᾶς εἰκόνας
σὲ βλέπω ν’ ἀνεβαίνεις στὸν αἰθέρα,
Ρήγα, φωτιὰ οὐράνιας ἀνεμώνας
καὶ λάδανο εὐωδιάζουν τὰ φτερά σου
τ’ ἀγγελικὰ ποὺ ἀγλάισε ὁ κυκλώνας
ἁγιάζοντας τὴ λυρικὴ ὀμορφιά σου.
Τῆς ἀστραπῆς σου ἡ λάμψη θολωμένη
καὶ μέσα μας κατάκατσε ἡ φωτιά σου.
Ἄπορη κάποια φράση ἐπιμένει
τὸ ἀπερινόητο νὰ περιγράψει
στὴν ἐποχή μας τὴ σακατεμένη.
Τὴ δάδα σου ποιὸς θὰ τὴν ξανανάψει;
Θερίσαμε τὸ σπόρο ποὺ εἶχες τάξει
νὰ σπείρεις, στὸν ὀχτρὸ κάνοντας θράψη.
Σὲ στοχασμὸν ἀνάμεσα καὶ πράξη
δίχως φτερὰ βαδίζουμε στοὺς ὤμους.
Ρήγα, τοὺς Ἕλληνες ποιὸς θα διδάξει
ποὺ χάθηκαν,  στῆς Χάρτας σου τοὺς δρόμους;

Θανάσης Παπαθανασόπουλος, Τερτσίνες γιὰ τὸν νέο ἑλληνισμό.


ζάλος:     πήδημα
χρεῖες:    ἀνάγκες
Μουσταφᾶ: Τοῦρκος τοῦ Βελεστίνου ποὺ κατάτρεχε τὸν νεαρὸ Ρήγα
νταϊφάς: ὁμάδα κλεφτῶν τοῦ  Θεσσαλοῦ ὁπλαρχηγοῦ Ζήρα
ἀντερί: εἶδος ράσου γιὰ πολίτες
Κραϊόβα: ἡ γνωστὴ πόλη
Γκρίχεν Μπάϊζελ τῆς Γκρίχενγκάσε: ταβέρνα τῶν Ἑλλήνων στὴν ὀδὸ τῶν Ἑλλήνων στὴ Βιέννη
Θολάμι: ὑπόγεια σπηλιὰ
πύριος κόνις: μπαρούτι
Αἰκατερίνα: ἡ Μεγάλη Αἰκατερίνη τῆς Ρωσίας
Ἀργέντης κλπ.: οἱ συμμάρτυρες τοῦ Ρήγα
Κάνοντας θράψη: καταστρέφοντας