Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Ε­ΛΕ­ΝΗ Ι­Ω­ΑΝ­ΝΙ­ΔΟΥ


 Η Η­ΡΩ­Ι­ΔΑ ΜΑ­ΝΑ ΤΟΥ ’­40 Α­ΠΟ ΤΗΝ ΚΥ­ΠΑ­ΡΙΣ­ΣΙΑ, ΠΟΥ Α­ΝΑ­ΒΙ­Ω­ΣΕ ΤΟ «Ή ΤΑΝ ‘Η Ε­ΠΙ ΤΑΣ»


Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς ὅ­ταν δι­ά­βα­σα τὸ ἀ­κό­λου­θο κεί­με­νο ποὺ ἀ­γνο­οῦ­σα, ἀ­να­τρι­χί­α­σα. Ἦρ­θαν στὸ μυα­λό μου οἱ θρυ­λι­κὲς ἀρ­χαῖ­ες Σπαρ­τι­ά­τισ­σες μά­νες ποὺ ὅ­ταν ἔ­φευ­γαν τὰ παι­διά τους γιὰ τὸ πο­λε­μι­κὸ μέ­τω­πο, τοὺς πα­ρέ­δι­δαν τὴν ἀ­σπί­δα μὲ τὴν ρη­τὴ ἐν­το­λὴ «ἢ τᾶν ἢ ἐ­πὶ τάς», δη­λα­δή, ἢ μ’ αὐ­τὴν (ἐν­νο­ών­τας νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει κρα­τών­τας τὴν ὡς νι­κη­τὴς) ἢ πά­νω σ’ αὐ­τὴν (δη­λα­δὴ τι­μη­μέ­νος νε­κρός, πά­νω στὴν ἀ­σπί­δα του, πε­σῶν στὴν ἐ­κτέ­λε­ση τοῦ κα­θή­κον­τος).
Ἡ ἐ­κλι­πού­σα Ἑ­λέ­νη Ἰ­ω­αν­νί­δου γεν­νέ­θη­κε στοὺς Ἀρ­με­νί­ους Κυ­πα­ρισ­σί­ας. Παν­τρεύ­τη­κε τὸν Ἰ­ω­άν­νη Ἰ­ω­αν­νί­δη καὶ ἀ­πέ­κτη­σε 10 παι­διά, 9 ἀ­γό­ρια καὶ 1 κο­ρί­τσι. Ἔ­ζη­σε ὅ­λα της τὰ χρό­νια στὴν Κυ­πα­ρισ­σί­α τῆς Μεσ­ση­νί­ας.
Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ πο­λι­τεί­α τὴν ἔ­χει τι­μή­σει ὡ­ς σύμ­βο­λο τῆς Ἑλ­λη­νί­δας Μη­τέ­ρα­ς ­του ἔ­πους τοῦ 1940, ἐ­νῶ στὴν Κυ­πα­ρισ­σί­α ἔ­χει ἀ­να­γερ­θεῖ καὶ­ ἄ­γαλ­μά ­της. Τὸν λό­γο θὰ τὸν κα­τα­λά­βε­τε, ἀ­φοῦ δι­α­βά­σε­τε τὸ τη­λε­γρά­φη­μα, ποὺ ἔ­στει­λε ἡ Ἑ­λέ­νη Ἰ­ω­αν­νί­δου τὸ 1941 στὸν τό­τε Πρω­θυ­πουρ­γὸ Ἀ­λέ­ξαν­δρο Κο­ρυ­ζή, ὅ­ταν σκο­τώ­θη­κε ἕ­νας ἀ­π’ τοὺς ἐν­νιά της γιοὺς στὸ πο­λε­μι­κὸ μέ­τω­πο…
Κα­τὰ τὴν διά­ρκεια τοῦ Ἑλ­λη­νο­ϊ­τα­λι­κοῦ πο­λέ­μου καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να στὶς 2 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1941, ἔ­στει­λε τὸ πα­ρα­κά­τω γράμ­μα:
«Πρὸς τὸν Πρό­ε­δρον τῆς Κυ­βερ­νή­σε­ως κ. Ἄλ. Κο­ρυ­ζὴν
Ὁ υἱ­ός μου Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ­ω­άν­νου Ἰ­ω­αν­νί­δης ἀ­πω­λέ­σθη εἰς τὰς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τῆς Κλει­σού­ρας. Πα­ρήγ­γει­λα εἰς τοὺς τέσ­σα­ρας ἤ­δη ὑ­πη­ρε­τοῦν­τας Χρῆ­στον, Κώ­σταν, Γε­ώρ­γιον καὶ Νί­κον Ἰ­ω­άν­νου Ἰ­ω­αν­νί­δην νὰ ἐκ­δι­κη­θῶ­σιν τὸν θά­να­τον τοῦ ἀ­δελ­φοῦ των.
Κρα­τῶ εἰς ἐ­φε­δρεί­αν ἄλ­λους τέσ­σα­ρας Πά­νον, Ἀ­θα­νά­σιον, Γρη­γό­ριον καὶ Με­νέ­λα­ον Ἰ­ω­άν­νου Ἰ­ω­αν­νί­δην, κλά­σε­ων 1917 καὶ νε­ω­τέ­ρων.
Πα­ρα­κα­λῶ κλη­θῶ­σιν ὀ­νο­μα­στι­κῶς καὶ οὗ­τοι εἰς πά­σαν πε­ρί­πτω­σιν ἀ­νάγ­κης τῆς πα­τρί­δας ἢ τυ­χὸν ἀ­πω­λεί­ας ἑ­τέ­ρου τέ­κνου μου πρὸς ἐκ­δί­κη­σιν ἐ­χθροῦ.
Γνω­ρί­σα­τε βα­σι­λέ­α μας ὅ­τι ὕ­στα­τον ἐ­πι­φώ­νη­μά μου θέ­λει εἶ­ναι:
Ζή­τω ἡ Πα­τρίς!
Ἑ­λέ­νη Ἰ­ω­άν­νου Ἰ­ω­αν­νί­δου, Κυ­πα­ρισ­σί­α
2 Φε­βρου­α­ρί­ου 1941»
ΤΙ­ΜΗ καὶ ΜΝΗ­ΜΗ, ΤΙ­ΜΗ καὶ ΔΟ­ΞΑ!­!!


Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Ἀποστροφὴ



Φθο­ν τν τύ­χη σας, προ­νο­μι­οῦχα
πλά­σμα­τα, κο­κλες ἰ­α­πω­νι­κές.
Κομ­ψά, ρό­δι­να μέ­λη πλα­στι­κς
γραμ­μές, με­τα­ξω­τά, δι­α­φα­ν ρο­χα.

Ζω­ή σας ὅ­λη τ ὡ­ραί­α σας μά­τια.
Στ χεί­λη μό­νο ο λέ­ξεις τν πα­θν.
Ἕ­να ἒ­χε­τ’ ὄ­νει­ρο: τν ἀ­γα­θὸν
ἄν­τρα σας κα τ νό­μι­μα κρε­βά­τια.

Χο­ρς ἡ­μι­παρ­θέ­νων, δύο δύο,
μ’ ἀ­λύ­γι­στο τ σ­μα, θρι­αμ­βευ­τι­κά,
ἐ­πί­ση­μα κα τε­λε­τουρ­γι­κά,
πη­γαί­νε­τε στ ντάν­σιγκ στ ὠ­δεῖ­ο.

Ἐ­κεῖ ἀ­πει­ρά­ριθ­μες παίρ­νε­τε πό­ζες.
Σν τ σε­λή­νη πρν ρο­μαν­τι­κές,
α­ριο πα­να­γί­ες, ὅ­σο προ­χτές,
ἀ­κού­ον­τας τ «V­a­l­e­n­z­ia», σκαμ­πρό­ζες.

Ἕ­να δι­ά­στη­μα παί­ζε­τε τ τέ­ρας
μ τ τέσ­σε­ρα πό­δια κολ­λη­τά.
Τρέ­χε­τε κα δι­α­βά­ζε­τε με­τ
τν ὁ­δη­γό σας «δι­ τὰς μη­τέ­ρας».

, ν μπο­ρο­σε ἔ­τσι κα­νες ν θάλ­λη,
μέ­γα ρό­δο κά­ποι­ας ὥ­ρας χρυ­σς,
ν βυ­θο­με­τρού­σα­τε κα σες
μ μι φουρ­κέ­τα τ’ ἄ­δει­ο σας κε­φά­λι!

Ἀ­τί­θα­σα μέ­λη, δι­α­φα­ν ρο­χα,
γλοι­ώ­δη στό­μα­τα ὑ­πο­κρι­τι­κά,
ἀ­νυ­πο­ψί­α­στα, μη­δε­νι­κ
πλά­σμα­τα, κα γι’ α­τ προ­νο­μι­οῦ­χα…

K. Γ. Κα­ρυ­ω­τά­κης


Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Θεατρίνοι, Μ.Α.




Στήνουμε θέατρα καὶ τὰ χαλνοῦμε
ὅπου σταθοῦμε κι ὅπου βρεθοῦμε
στήνουμε θέατρα καὶ σκηνικά,
ὅμως ἡ μοίρα μας πάντα νικᾶ

καὶ τὰ σαρώνει καὶ μᾶς σαρώνει
καὶ τοὺς θεατρίνους καὶ τὸ θεατρώνη
ὑποβολέα καὶ μουσικοὺς
στοὺς πέντε ἀνέμους τοὺς βιαστικούς.

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα,  φτιασίδια,
ρίμες αἰσθήματα, πέπλα στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγὲς
κι ἐπιφωνήματα καὶ χαραυγὲς

ριγμένα ἀνάκατα μαζὶ μ’ ἐμᾶς
(πές μου ποῦ πᾶμε; πές μου ποῦ πᾶς; )
πάνω ἀπ’τὸ δέρμα μας γυμνὰ τὰ νεῦρα
σὰν τὶς λουρίδες ὀνάγρου ἤ ζέβρα

γυμνὰ κι ἀνάερα, στεγνὰ στὴν κάψα
(πότε μᾶς γέννησαν; πότε μᾶς θάψαν;)
καὶ τεντωμένα σὰν τὶς χορδὲς
μιᾶς λύρας ποὺ ὁλοένα βουίζει.  Δὲς

καὶ τὴν καρδιά μας· ἕνα σφουγγάρι,
στὸ δρόμο σέρνεται καὶ στὸ παζάρι
πίνοντας τὸ αἷμα καὶ τὴ χολὴ
καὶ τοῦ τετράρχη καὶ τοῦ ληστῆ.

Μέση Ἀνατολή, Αὔγουστος ‘43
Γιῶργος Σεφέρης



Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Tι λέει πραγματικά ο Ισοκράτης για τους μετέχοντες Ελλ. Παιδείας



Πουθεν
δν ναφέρει σοκράτης (οτε λλος λλην συγγραφες) τι “λληνς εσι ο μετέχοντες τς λληνικς παιδείας”. ρσις ατ, τν ποίαν κατά κόρον ξεμεταλεύθησαν τ Μ.Μ.Ε., εναι χαλκευμένη, παράφρασις, παρερμηνεία, διαστρεύλωσις το 50ο δαφίου π τν “Πανηγυρικν” το σοκράτους, τ ποον ες τν πραγματικότητα διατυπώνει, σαφς, τελείως ντίθετη ννοια. (Γι’ ατ δν πιθυμον κάποιοι ν διδάσκωνται τ ρχαα λληνικ ες τ σχολεα: γι ν μπορον διάφοροι πιτήδειοι, ν ρμηνεύουν τ ρχαα κείμενα πως τος βολεύει).

σοκράτης, λοιπν, πλέκων τ γκώμιον τς πνευματικς αγλης τν θηνν, γράφει π λέξει:
“.... ΤΟΣΟΥΤΟΝ Δ’ ΑΠΟΛΕΛΟΙΠΕΝ Η ΠΟΛΙΣ ΗΜΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟ ΦΡΟΝΕΙΝ ΚΑΙ ΛΕΓΕΙΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΩΣΘ΄ ΟΙ ΤΑΥΤΗΣ ΜΑΘΗΤΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΓΕΓΟΝΑΣΙΝ, ΚΑΙ ΤΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΝΟΜΑ ΠΕΠΟΙΗΚΕ ΜΗΚΕΤΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΔΟΚΕΙΝ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΛΕΙΣΘΑΙ ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ Η ΤΟΥΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΑΣ.”

Τ
ρμα “πεποίηκε” κα τ τ παρμφατον “δοκεν”, τ ποα χρησιμοποιε σοκράτης, δν χουν τεθ τυχαίως. πως παρατηρε κα σχολιογράφος τν Κωδίκων, σοκράτης πάντοτε “σαφε τ λέξει κέχρηται” (vita 1.10). Σημειωτέον δ, τι συνεπλήρωνε κα τελειοποιοσε τν “Πανηγυρικ” περισσότερο π δέκα τη, προκειμένου ν τν παγγείλη κατ τν κατοστν λυμπιάδα – τ 380 π.ν.χ.-, που, ς γνωστν, συμμετεχον ΜΟΝΟΝ λληνες.
Τ
ρμα “ποι” σημαίνει κατασκευάζω, φτιάχνω, δημιουργ. Τό μέσον (μέση φων) “ποιομαι” σημαίνει πολαμβάνω, νομίζω: “συμφορν ποιομαι” = θεωρ ς συμφορν (νάλογες σημερινς κφράσεις: “περιποιημένη συμπεριφορ”, “κατασκευασμένη πόθεσις”, “φτιαχτ ζήτημα”.
Τ
δ ρμα “δοκ” σημαίνει ποθέτω, νομίζω, φαντάζομαι: δοκε = φαίνεται, ν ντιθέσει πρς τν πραγματικότητα. “Τά δοκοντα –μόνον - τ δοκοντι εναι ληθ” τονίζει Πλάτων ες τν διάλογον “Θεαίτητος” (158 Ε).

σοκράτης λοιπν πλς διαπιστώνει:
πόλις μας (δηλαδή α θναι, λλς λλάδος κατ τν Θυκυδίδη), τόσον χει φήσει πίσω της (“πολέλοιπε”, “ξεπέρασε”) ς πρς τν φρόνησιν τος λλους νθρώπους, στε ο μαθητα αύτς γιναν διδάσκαλοι λλων κα τ νομα τν λλήνων πεποίηκε ( = δημιούργησε τν πεποιημένην, πλαστν ντύπωσιν) δοκεν εναι ( =ν φαίνεται τι εναι –δίχως μως ν εναι) χαρακτηριστικν χι πι το γένους λλ τς διανοίας κα ν ποκαλονται λληνες (δν τος ποκαλομε μες) μλλον ο μετέχοντες τής μετέρας κπαιδεύσεως παρ (ο μετέχοντες) τς κοινς φύσεως ( =γεννήσεως, καταγωγς).

Δηλαδ
, κάτι παρόμοιο μ ατ πο γίνεται σήμερα μ τος καθηγητς ξένων γλωσσν. Ο μαθητα λένε: “ γαλλίδα”, “ γερμανίδα”, “ γγλος”, κ.ο.κ., ννοώντας τος -λληνες- καθηγητς, ο ποοι διδάσκουν ατς τς γλσσες.

Γι’α
τ κριβς λληνικ γλσσα τακτοποίησε τ νεφυν πρόβλημα, καθορίζοντας ς “λληνίζοντας” (κα χι “λληνας”) τος ξένους τος διδάσκοντας λληνικ. τσι χομε τος “λληνίζοντας” ουδαίους, δηλαδ τος μιλοντας τν λληνικν, κα γενικς τος συγγραφες, ο ποοι ες τ κράτη τς νατολς, λλ κα τς Δύσεως, μιλοσαν, γγραφον κα δίδασκον τ λληνικ.

λληνιστς” μέχρι σήμερα, εναι λληνόγλωσσος λλοδαπς, καθηγητς τν λληνικν. Λόγου χάριν, Γαλλίδα λληνίστρια Ζακλν ντ Ρομιγ, σπανς λληνιστς Φεδερίκο Σαγρέδο, σπανς λληνιστς Χουν Κοντρχ, καθηγητς ες τ πανεπισήμιο st. Andrews τς Σκωτίας, ποος ναγράφει εδήσεις στν ρχαία λληνικ γλσσα, στν στοχρο του http://www.akwn.net/ κ..

Κα
γι ν μν πάρξη τυχν παρεξήγησις γύρω π τν λέξι “μαθητα” (ο ταύτης (παιδείας)  μαθητα γεγόνασι διδάσκαλοι τν λλων) διευκρινίζομε τι ο μαθητα ο ποίοι συνέρρεον ες τς Σχολς τν θηνν δν σαν μόνον λληνες, λλ κα ξένοι π νατολ κα Δύσι. Ατο, γυρίζοντας στς πατρίδες των, δίδασκον λληνικ ς “λληνες διδάσκαλοι” κα μετέπειτα “λληνοδιδάσκαλοι”.