Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΑΜΙΤΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΑΜΙ ΤΟΥ


Πο­λὺ σκόρ­πι­ες σκέ­ψεις
Στὶς ἀρ­χὲς τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, ὁ Γε­ώρ­γιος Σου­ρῆς ἔ­γρα­ψε τοὺς «μυ­ρω­μέ­νους στί­χους», τὰ δυ­ὸ πρῶ­τα τε­τρά­στι­χα τῶν ὁ­ποί­ων λέ­νε:

«τί­πο­τε δὲν ἀ­πό­μει­νε στὸν κό­σμο πιὰ γιὰ μέ­να,
ὅ­λα βρω­μοῦν τρι­γύ­ρω μου καὶ φαί­νον­ται χε­σμέ­να.
Ὅ­λα σκα­τὰ γεν­νή­κα­νε καὶ ὁ δι­κός μου κῶ­λος
σκα­τὰ ἐ­γί­νη­κε κι αὐ­τός, σκα­τὰ κι ὁ κό­σμος ὅ­λος.

Μό­νο σκα­τὰ φυ­τρώ­νου­νε στὸν τό­πο αὐ­τὸ τὸν ἄ­γο­νο
κι ὅ­λοι χε­σμέ­νοι εἴ­μα­στε σκα­τά­δες στὸ τε­τρά­γω­νο.
Μᾶς ἔρ­χε­ται κά­θε σκα­τάς, θαρ­ροῦ­με πὼς σω­θή­κα­με,
μὰ μό­λις φύ­γει βλέ­πο­με πὼς ἀ­πο­σκα­τω­θή­κα­με».

Πᾶ­με πα­ρα­κά­τω! Ἐ­μεῖς οἱ  Ἕλ­λη­νες με­γα­λώ­σα­με μα­θαί­νον­τας πὼς ἡ Ἑλ­λὰς πα­ρά­γει λά­δι, κα­πνό καὶ στα­φί­δα. Ἀρ­γό­τε­ρα μά­θα­με πὼς ἡ Ἑλ­λάς πα­ρά­γει καὶ νό­μους, οἱ ὁ­ποί­οι σπα­νί­ως ἐ­φαρ­μό­ζον­ται.  Τώ­ρα ξέ­ρου­με πὼς ἡ Ἑλ­λὰς δὲν πα­ρά­γει πλέ­ον πο­λι­τι­κούς.  Τριά­ντα τό­σα χρό­νια τώ­ρα, τὰ ἴ­δια δε­κα­πέν­τε ἄ­το­μα κυ­ρια­ρχοῦν στὴν πο­λι­τι­κή. Ὅ­ταν γιὰ νὰ βρεῖς ὑ­πουρ­γὸ Δι­και­ο­σύ­νης, τὸ 2011, ξύ­νεις τὸν πά­το τοῦ βα­ρε­λιοῦ καὶ βγά­ζεις τὴ μούρ­γα τοῦ  1985, μᾶλ­λον ἔ­χεις πρό­βλη­μα.
Με­γα­λώ­νον­τας μα­θαί­νεις. Κι ἄν δὲν μά­θεις δὲν ξέ­ρεις! Κι ἄν δὲν ξέ­ρεις, μπερ­δεύ­ε­σαι. Ὅ­ταν νο­ση­λευ­ό­μουν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο,  μοῦ εἶ­παν πὼς πρέ­πει νὰ κά­νω «σπι­ρο­μέ­τρη­ση». Μὴ γνω­ρί­ζον­τας πὼς ἄλ­λη ἡ «σπί­ρα» (μὲ γι­ώ­τα)  κι ἄλ­λη ἡ «σπεί­ρα» (μὲ ἔ­ψι­λον γι­ώ­τα), ἄρ­χι­σα νὰ με­τρά­ω τὰ μέ­λη τῆς νέ­ας κυ­βέρ­νη­σης. Τὰ ἔ­βγα­λα σα­ράν­τα δύ­ο.
Ἔ­χου­με ὅ­λοι πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ πὼς με­τὰ ἀ­πὸ κά­ποι­α ἡ­λι­κί­α, κά­θε γυ­ναί­κα πρέ­πει νὰ ὑ­πο­βάλ­λε­ται σὲ μιὰ ἐ­ξέ­τα­ση ποὺ λέ­γε­ται «μα­στο­γρα­φί­α».
Προ­σφά­τως συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς ἕ­νας πρω­θυ­πουρ­γὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος τὴν Τε­τάρ­τη τὸ με­ση­μέ­ρι δη­λώ­νει δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψῃ τὴν πρω­θυ­πουρ­γί­α, προ­κει­μέ­νου νὰ σω­θῃ ὁ τό­πος, τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἵ­διας μέ­ρας ἀλ­λά­ζει γνώ­μη, τὴν Πέμ­πτη δη­λώ­νει πὼς θὰ προ­χω­ρή­σῃ σὲ θε­με­λι­ώ­δη ἀ­να­σχη­μα­τι­σμὸ τῆς κυ­βέρ­νη­σής του καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στὸ ἀ­να­κά­τω­μα τῶν ἴ­δι­ων προ­σώ­πων, μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ ὑ­πο­βάλ­λε­ται σὲ μιὰ ἐ­ξέ­τα­ση ποὺ νὰ λέ­γε­ται «μα­στου­ρο­γρα­φί­α».
Ὁ Ἑλ­βε­τὸς χη­μι­κὸς καὶ φι­λό­σο­φος Σέ­νεγ­κλερ, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ σει­ρὰ πει­ρα­μά­των, κα­τέ­λη­ξε στὸ ἐ­ξῆς συμ­πέ­ρα­σμα: Τὰ σκα­τά, ὅ­σο καὶ νὰ τὰ παίρ­νῃς ἀ­πὸ ἕ­να δο­χεῖ­ο καὶ νὰ τὰ βά­ζῃς σὲ ἄλ­λα, πάν­τα σκα­τὰ θὰ πα­ρα­μέ­νουν.
Οἱ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­οι ἀ­πὸ τοὺς «μυ­ρω­μέ­νους στί­χους» τοῦ Σου­ρῆ λέ­νε:

«Σκα­τά ὁ μέν, σκα­τὰ ὁ δε, σκα­τὰ ὁ κό­σμος ὅ­λος
κι ἀ­π’­τὸ πο­λὺ τὸ χέ­σι­μο μοῦ πό­νε­σε ὁ κῶ­λος!­».

Κα­λὴ ἐ­πι­τυ­χί­α στὴ νέ­α κυ­βέρ­νη­ση.


ἀπὸ τὴ realnews 26/06/2011

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Ὁ Σα­μου­ὴλ


Ἡ δέ­η­σις


…­…­…­…­……
Στα­λα­μα­τιά, στα­λα­μα­τιὰ τὰ δά­κρυ­ά τους πέ­φτουν
κι­’­ἡ πλά­κα ποὺ τὰ δέ­χε­ται ρα­γί­ζε­ται καὶ τρί­ζει.
Πα­ρά­πο­νο τοὺς ἔ­πια­σεν, ὄ­χι θα­νά­του φό­βος,
καὶ κλαί­ον­τας ὁ Σα­μου­ήλ, εἰς τό­να του τὸ χέ­ρι
τὸ ἱ­ε­ρὸ Πο­τή­ρι του καὶ στ’­ἄλ­λο τὴ λα­βί­δα,
ἀρ­χί­νη­σε τὴν κοι­νω­νιὰ τοῦ πλά­στη νὰ με­ρά­ζῃ.

Ὁ πρῶ­τος ἐ­με­τά­λα­βε, με­τα­λα­βαί­νει κι ἄλ­λος,
τὴν ἔ­δω­σε στὸν τρί­το­νε, κι ὁ τέ­ταρ­τος τὴν παίρ­νει,
καὶ φτά­νει ὥς τὸν ὕ­στε­ρο καὶ τοῦ τὴ­νε προ­σφέ­ρει.
Κ’ ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­ψαλ­λ’ ὁ  πα­πᾶς μὲ τὴ γλυ­κειὰ φω­νή του:
          «τοῦ δεί­πνου σου τοῦ μυ­στι­κοῦ
          σή­με­ρον υἱ­ὲ Θε­οῦ»…
Φω­ναῖς ἀ­κού­ον­ται,   χτυ­πι­ές,  ἀ­λα­λαγ­μός,  ἀν­τά­ρα.
Πλα­κώ­σα­νε οἱ ἄ­πι­στοι·  κα­λό­γε­ρε, τὶ κά­νεις;­..
Ἐ­σή­κω­σε τὰ μά­τια του ὁ Σα­μου­ὴλ στὸν κρό­το
καὶ στά­ζ’ ἀ­π’ τὴ  λα­βί­δα του ἐ­πά­νω στὸ βα­ρέ­λι
μιὰ φλο­γε­ρὴ στα­λα­μα­τιὰ ἀ­π’ τοῦ  Θε­οῦ τὸ γαῖ­μα…
Ἀ­στρο­πε­λέ­κια ἐ­πέ­σα­νε, βρον­τά­ει ὁ  κό­σμος ὅ­λος,
λάμ­πει στὰ  γνέ­φ’ ἡ  ἐκ­κλη­σιά,  λάμ­πει τὸ  μαῦ­ρο Κοῦγ­κι
Τὶ  φο­βε­ρὴ κε­ρο­δο­σὰ πώ­λα­βε στὴ θα­νή του
τὸ Σοῦ­λι τὸ κα­κό­τυ­χο,  καὶ  τὶ κα­πνό,  λι­βά­νι!­.­..

Ἀ­νέ­βαι­νε στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τοῦ πα­πᾶ τὸ ρά­σο
κι’ ἁ­πλώ­θη­κε κι ἁ­πλώ­θη­κε σὰν  τρο­με­ρὴ μαυ­ρί­λα,
σὰ  σύ­γνε­φο κα­τά­μαυ­ρο κ’ ἐ­θό­λω­σε τὸν  ἥ­λιο.
Κ’ ἐ­νῶ τ’ ἀ­νέ­βα­ζ’ ὁ  κα­πνός,  κ’ ἐ­νῶ τὸ  συ­νε­παίρ­νει,
τὸ  ρά­σο πάντ’ ἀρ­μέ­νι­ζε κ’ ἐ­δι­ά­βαι­νε σὰ  Χά­ρος
κ’ ἐ­κεῖ­θεν ὅ­που δι­ά­βαι­νε ὁ  φλο­γε­ρός του ἴ­σκιος,
σὰν  νὰ ταν  μυ­στι­κὴ φω­τιά, ἐ­ρόγ­γι­σε τὸ λόγ­γο.
Καὶ μὲ ταῖς πρώ­ταις ἀ­στρα­πὲς καὶ μὲ τὰ πρω­το­βρό­χια
χλω­ρὸ χορ­τά­ρι φύ­τρω­σε, δάφ­ναις, ἐ­λη­αῖς, μυρ­τού­λαις,
ἐλ­πί­δες, νί­καις καὶ σφαγαῖς, χαραῖς κ’ ἐλευθερία.
………………………………


Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης

Μι­κέ­λης Ἄ­βλι­χος



Στί­χοι τοῦ πει­ρα­σμοῦ

Ἀ­π' ὅ­λες τσὶ ἐ­φεύ­ρε­σες τοῦ νοῦ
ἐ­κεί­νη γιὰ τὴ μέλ­λου­σα ζω­ή :
νὰ σὲ φυ­τεύ­ου­νε κου­κὶ στὴ γῆ 
κου­κιὰ νὰ ξε­φυ­τρώ­νῃς  τ' οὐ­ρα­νοῦ 
καὶ τέ­χνες κι ἐ­πι­στῆ­μες βά­νει κά­του 
μὲ τὴ γε­ω­πο­νί­α τοῦ θα­νά­του.
Καὶ μ’ ὅ­λα τοῦ­τα, ἀ­γα­πη­τέ μου Τρέ­κα
(ποὺ τό­ση ἔ­χεις στοὺς στί­χους μου στορ­γὴ)
πο­λὺ φο­βοῦ­μαι, μὴν ἡ Θεί­α Ὀρ­γὴ
ἀ­φή­σει ἐ­μᾶς, σὰν ἀ­σε­βεῖς, στὰ σέκ­κα
Καὶ πέ­σει λύ­κος  στὸ φτω­χὸ κου­κὶ μας
καὶ πά­ει τό­τε ἀ­μόν­τε ἡ φύ­τε­ψή μας.


Χρι­στού­γεν­να

Στὴ φάτ­νη τῶν χτη­νῶν Χρι­στὸς γεν­νᾶ­ται
χω­ρὶς τῆς Ἐ­πι­στή­μης συν­δρο­μή·
ἡ θεί­α Φύ­σις κά­νει γιὰ μαμ­μὴ
κι ὁ δράκος, σὰν ἀρ­νί, θε­ὸς κοι­μᾶ­ται.
Αὔ­ριον, ἄν­τρας, σὰ λη­στὴς κρε­μᾶ­ται –
νέ­α τοῦ κό­σμου θέ­λει οἰ­κο­δο­μή.
Σταυ­ρὸ τοῦ δίνει  ὁ Νό­μος πλη­ρω­μὴ -,
πλὴν ἅ­γιο φῶς στὸν τά­φο του πλα­νᾶ­ται.
Διά­κοι τοῦ Βά­αλ, δὲν εἶ­ναι δι­κό­ς  σας
αὐ­τὸς τῆς φάτ­νης ὁ φτω­χὸς Χρι­στός,
ποὺ  ἐ­κή­ρυ­ξε  γιὰ νό­μο του τὴ χάρη.
Ἐ­σᾶς τι­μὴ σας μό­νη, τὸ στι­χά­ρι.
Πομ­πές, θε­ο­πομ­πὲς τὸ ἰ­δα­νι­κό σας,
κι εἶν’ ὁ Θε­ός σας, σὰν κι ἐ­σᾶς, μια­ρός!

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Η Ω­ΡΑΙ­Ο­ΤΕ­ΡΗ Α­ΝΑΡ­ΤΗ­ΣΗ ΤΗΣ ΑΙ­Ω­ΝΙΑΣ ΕΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΗΣ ΠΙ­ΣΤΗΣ




Η γυ­ναί­κα μου, μου πρό­τει­νε να βγω με μια άλ­λη γυ­ναί­κα.
 -­--Γνω­ρί­ζω πο­λύ κα­λά πό­σο την α­γα­πάς, μου εί­πε μια μέ­ρα ξαφ­νι­ά­ζον­τάς με.
Η ζω­ή εί­ναι πο­λύ σύν­το­μη, α­φι­έ­ρω­σέ της λί­γο χρό­νο.­.­..

-­--Μα ε­γώ Ε­ΣΕ­ΝΑ α­γα­πώ της εί­πα έν­το­να.
-­--Το ξέ­ρω μου α­πάν­τη­σε. Ε­ξί­σου ό­μως α­γα­πάς κι ε­κεί­νη.

Και ε­πει­δή δεν κα­τα­λά­βαι­να τι ή­θε­λε να πει, μου α­πο­κά­λυ­ψε ό­τι η γυ­ναί­κα την ο­ποί­α εν­νο­ού­σε, ή­ταν η μη­τέ­ρα μου.­.­.. Χή­ρα ε­δώ και χρό­νια. Ό­μως, οι α­παι­τή­σεις της δου­λειάς και των παι­δι­ών, με α­νάγ­κα­ζαν να την ε­πι­σκέ­πτο­μαι α­ραι­ά και που.

Ε­κεί­νο το βρά­δυ της τη­λε­φώ­νη­σα και την προ­σκά­λε­σα σε δεί­πνο κά­που έ­ξω και με­τά για κι­νη­μα­το­γρά­φο.
-­--Τι συμ­βαί­νει; Εί­σαι κα­λά; με ρώ­τη­σε.

Η μη­τέ­ρα μου εί­ναι α­πό τους αν­θρώ­πους που ε­κλαμ­βά­νει έ­να νυ­χτε­ρι­νό τη­λε­φώ­νη­μα ή μια α­να­πάν­τε­χη πρό­σκλη­ση ως αρ­χή κα­κών μαν­τά­των.

-­--Νό­μι­ζα πως θα ή­ταν κα­λή ι­δέ­α να περ­νού­σα­με λί­γο χρό­νο μα­ζί, της α­πάν­τη­σα. ‘Οι δυ­ο μας, μό­νοι… Τι λες;’
 Α­φού σκέ­φθη­κε λι­γά­κι μου εί­πε: ‘Θα το ή­θε­λα πά­ρα πο­λύ.’

Ε­κεί­νη την Πα­ρα­σκευ­ή, με­τα το γρα­φεί­ο μου, κα­θώς ο­δη­γού­σα το αυ­το­κί­νη­τό μου για να πά­ω να την πά­ρω, αι­σθα­νό­μουν πε­ρί­ερ­γα. Ή­ταν ο ε­κνευ­ρι­σμός που προ­η­γεί­ται ε­νός ραν­τε­βού… Και έκ­πλη­κτος πρό­σε­ξα ό­ταν έ­φθα­σα στο σπί­τι της, πως και η ί­δια ή­ταν φο­βε­ρά συγ­κι­νη­μέ­νη!

Με πε­ρί­με­νε στην πόρ­τα φο­ρών­τας το πα­λιό κα­λό παλ­τό της. Εί­χε πε­ρι­ποι­η­θεί τα μαλ­λιά της και ή­ταν ντυ­μέ­νη με το φό­ρε­μα, με το ο­ποί­ο εί­χε ε­ορ­τά­σει την τε­λευ­ταί­α ε­πέ­τει­ο του γά­μου της. Το χα­μο­γε­λα­στό πρό­σω­πό της α­κτι­νο­βο­λού­σε, ό­πως το πρό­σω­πο ε­νός αγ­γέ­λου.­.­..

-­--Εί­πα στις φί­λες μου ό­τι θα βγω με το γιο μου και ό­λες τους συγ­κι­νή­θη­καν, μου εί­πε, κα­θώς έμ­παι­νε στο αυ­το­κί­νη­τό μου. Και θα πε­ρι­μέ­νουν με α­γω­νί­α μέ­χρι αύ­ριο για να μά­θουν τα πάν­τα για τη βρα­δι­νή έ­ξο­δό μας, συμ­πλή­ρω­σε.

Πή­γα­με σε έ­να ε­στι­α­τό­ριο ό­χι α­πό τα κα­λά, αλ­λά με ζε­στή α­τμό­σφαι­ρα. Η μη­τέ­ρα μου με έ­πια­σε α­πό το μπρά­τσο και περ­πα­τού­σε κα­μα­ρω­τά δί­πλα μου σαν να ή­ταν ΄Η Πρώ­τη Κυ­ρί­α της χώ­ρας.΄

Μό­λις κα­θί­σα­με, έ­πρε­πε ε­γώ να της δι­α­βά­σω τον κα­τά­λο­γο με τα φα­γη­τά, μια και τα μά­τια της κου­ρα­σμέ­να α­πό το πέ­ρα­σμα του χρό­νου, δεν μπο­ρού­σαν να δι­α­βά­σουν τα ψι­λά γράμ­μα­τα του τι­μο­κα­τα­λό­γου.

Ό­ταν έ­φθα­σα στη μέ­ση, σή­κω­σα το πρό­σω­πό μου και την κοί­τα­ξα. Η μα­μά μου κα­θό­ταν στην άλ­λη ά­κρη του τρα­πε­ζιού και με χά­ζευ­ε. Έ­να νο­σταλ­γι­κό χα­μό­γε­λο ή­ταν ζω­γρα­φι­σμέ­νο στα χεί­λη της.
 -­--Θυ­μά­μαι, πως ε­γώ ή­μουν ε­κεί­νη που σου δι­ά­βα­ζε κά­πο­τε τον κα­τά­λο­γο ό­ταν ή­σουν μι­κρός, μου εί­πε.
-­--Ήρ­θε η ώ­ρα λοι­πόν να  ξε­κου­ρα­στείς και να μου ε­πι­τρέ­ψεις να σου αν­τα­πο­δώ­σω τη χά­ρη, α­πάν­τη­σα.

Κα­τά τη διά­ρκεια του γεύ­μα­τος εί­χα­με μια ευ­χά­ρι­στη συ­ζή­τη­ση. Τί­πο­τα το ε­ξαι­ρε­τι­κό, α­πλά το πώς περ­νά­ει ο κα­θέ­νας μας κά­θε μέ­ρα.

Μι­λού­σα­με για ώ­ρες, που τε­λι­κά χά­σα­με την ται­νί­α στον κι­νη­μα­το­γρά­φο.
-­--Την Ε­πό­με­νη φο­ρά που θα βγού­με, αν μου ε­πι­τρέ­ψεις ,  θα σου κά­νω ε­γώ το τρα­πέ­ζι.­.. μου εί­πε η μη­τέ­ρα μου κα­θώς αρ­γά γυ­ρί­σα­με στο σπί­τι. Την φί­λη­σα, την αγ­κά­λια­σα και την κα­λη­νύ­χτι­σα.

-­--Πώς πή­γε το ραν­τε­βού; θέ­λη­σε να μά­θει η γυ­ναί­κα μου μό­λις μπή­κα στο σπί­τι ε­κεί­νο το βρά­δυ.
-­--Πο­λύ ό­μορ­φα, σ΄ευ­χα­ρι­στώ. Πε­ρά­σα­με πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­λά απ΄ό,τι πε­ρί­με­να, της α­πάν­τη­σα.

Με­ρι­κές μέ­ρες αρ­γό­τε­ρα η μη­τέ­ρα μου ΄έ­φυ­γε΄ α­πό α­να­κο­πή της καρ­διάς. Ό­λα συ­νέ­βη­σαν τό­σο γρή­γο­ρα.­.. Δεν μπό­ρε­σα να κά­νω σχε­δόν τί­πο­τα.

Λί­γο και­ρό με­τά, έ­λα­βα έ­ναν φά­κε­λο α­πό το ε­στι­α­τό­ριο ό­που εί­χα­με δει­πνή­σει με τη μη­τέ­ρα μου. Μέ­σα εί­χε έ­να ση­μεί­ω­μα που έ­γρα­φε:

‘Το δεί­πνο εί­ναι προ­πλη­ρω­μέ­νο. Ή­μουν σχε­δόν βέ­βαι­η πως δεν θα μπο­ρού­σα να πα­ρευ­ρε­θώ, κι έ­τσι πλή­ρω­σα για δύ­ο ά­το­μα, για σέ­να και τη σύ­ζυ­γό σου. Δεν θα μπο­ρέ­σεις πο­τέ σου να αι­σθαν­θείς, τι σή­μαι­νε ε­κεί­νη η βρα­διά για μέ­να.­ ­   Σ' α­γα­πώ!’

Ε­κεί­νη τη στιγ­μή συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πό­σο πο­λύ εί­χα κα­θυ­στε­ρή­σει , να της πω εγ­καί­ρω­ς ‘Σ' Α­ΓΑ­ΠΩ’. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ε­πί­ση­ς  πό­σο σπου­δαί­ο εί­ναι να δί­νου­με στους α­γα­πη­μέ­νους μας το χρό­νο που τους α­ξί­ζει. Τί­πο­τα στη ζω­ή δεν εί­ναι και δεν θα εί­ναι πιο ση­μαν­τι­κό, α­πό την οι­κο­γέ­νεια μας.­..

Γι' αυ­τό α­φι­έ­ρω­σε λί­γο χρό­νο σ΄αυ­τούς που α­γα­πάς, για­τί αυ­τοί δεν μπο­ρούν να πε­ρι­μέ­νουν.

Ε­άν η μη­τέ­ρα σου ζει.­.­.
Α­πό­λαυ­σε τη κά­θε στιγ­μή μα­ζί της.

Ε­άν δεν ζει.­..
Να τη θυ­μά­σαι πάν­τα με τρυ­φε­ρό­τη­τα.

Προ­ώ­θη­σε κι ε­σύ αυ­τό το μή­νυ­μα.
Ί­σως κά­νεις κά­ποι­ους να αι­σθαν­θούν κά­τι, για εκείνην που ξέχασαν.... Γι' αυτό το υπέροχο ον που λέγεται… ΜΗΤΕΡΑ!

Και να θυμάσαι πάντα:
Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί!
Ούτε μπορεί να γυρίσει πίσω.



Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Ἐν δή­μω τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας




Οἱ εἰ­δή­σεις γιὰ τὴν ἔκ­βα­ση τῆς ναυ­μα­χί­ας,  στὸ Ἄ­κτιον,
ἦ­σαν βε­βαί­ως ἀ­προσ­δό­κη­τες.
Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ συν­τά­ξου­με νέ­ον ἔγ­γρα­φον –
τ’­ὄ­νο­μα μό­νον ν’­ἀλ­λα­χθῇ… Ἀν­τίς ἐ­κεῖ
στὲς τε­λευ­ταῖ­ες γραμ­μές: λυ­τρώ­σας τοὺς Ρω­μαί­ους
ἀ­π’ τὸν ὀ­λέ­θριον Ὀ­κτά­βιον,
τὸν δί­κην πα­ρω­δί­ας Καί­σα­ρα,
τώ­ρα θὰ βά­λου­με: λυ­τρώ­σας τοὺς Ρω­μαί­ους
ἀ­π’ τὸν ὀ­λέ­θριον Ἀν­τώ­νιον
ὅ­λο τὸ κεί­με­νον ται­ριά­ζει ὡ­ραῖ­α:

Στὸν νι­κη­τήν, τὸν ἐν­δο­ξώ­τα­τον,
τὸν ἐν παν­τὶ πο­λε­μι­κῷ ἔρ­γῳ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τον,
τὸν θαυ­μα­στὸν ἐ­πὶ με­γα­λουρ­γί­ᾳ πο­λι­τι­κῇ,
ὑ­πὲρ τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­θέρ­μως εὔ­χον­ταν ὁ δῆ­μος –
τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ Ἀν­τω­νί­ου
(ἐ­δῶ ὅ­πως εἴ­πα­μεν, ἡ ἀλ­λα­γή: τοῦ Καί­σα­ρος)
ὡς δῶ­ρον τοῦ Διὸς κάλ­λι­στον θε­ω­ρῶν –
στὸν κρα­ται­ὸ προ­στά­τη τῶν Ἑλ­λή­νων,
τὸν ἔ­θη ἑλ­λη­νι­κὰ εὐ­με­νῶς γε­ραί­ρον­τα,
τὸν προ­σφι­λῆ ἐν πά­σῃ χώ­ρᾳ ἑλ­λη­νι­κῇ,
τὸν λί­αν ἐν­δε­δειγ­μέ­νον γιὰ ἔ­παι­νο πε­ρι­φα­νῆ,
καὶ γιὰ ἐ­ξι­στό­ρη­ση τῶν πρά­ξε­ών του ἐ­κτε­νῆ
ἐν λό­γῳ ἑλ­λη­νι­κῷ κ’­ἐμ­μέ­τρῳ καὶ πε­ζῷ -
ἐν λό­γῳ ἑλ­λη­νι­κῷ, ποὺ εἶ­ν’ ὁ  φο­ρεὺς τῆς φή­μης
καὶ τὰ λοι­πά, καὶ τὰ λοι­πά… Λαμ­πρὰ ται­ριά­ζουν ὅ­λα!

Κων­σταν­τίνος Κα­βά­φης

Ἀ­πο­λεί­πειν ὁ θε­ὸς Ἀν­τώ­νιον




Σὰν ἔ­ξαφ­να ὥ­ρα με­σά­νυ­χτ’ ἀ­κου­σθῇ
ἀ­ό­ρα­τος θί­α­σος νὰ περ­νᾷ,
μὲ μου­σι­κὲς ἐ­ξαί­σι­ες, μὲ φω­νές –
τὴν τύ­χη σου ποὺ ἐν­δί­δει πιά, τὰ ἔρ­γα σου
ποὺ ἀ­πέ­τυ­χαν, τὰ σχέ­δια τῆς ζω­ῆς σου
ποὺ βγῆ­καν ὅ­λα πλά­νες, μὴ ἀ­νω­φέ­λε­τα θρη­νή­σῃς.
Σὰν ἕ­τοι­μος ἀ­πὸ και­ρό, σὰ θαρ­ρα­λέ­ος,
ἀ­πο­χαι­ρέ­τα την, τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια ποὺ φεύ­γει…
Πρὸ πάν­των νὰ μὴ γε­λα­σθῇς, μὴν πῇς πὼς ἦ­ταν
ἕ­να ὄ­νει­ρο, πὼς ἀ­πα­τή­θη­κεν ἡ ἀ­κο­ή σου –
μά­ται­ες ἐλ­πί­δες τέ­τοι­ες μὴν κα­τα­δε­χθῇς.
Σὰν ἕ­τοι­μος ἀ­πὸ και­ρό, σὰ θαρ­ρα­λέ­ος,
σὰν ποὺ ται­ριά­ζει σε ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κες μιὰ τέ­τοι­α πό­λη,
πλη­σί­α­σε στα­θε­ρὰ πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο,
κι ἄ­κου­σε μὲ συγ­κί­νη­σιν -ἀλ­λ’­ὄ­χι
μὲ τῶν δει­λῶν τὰ πα­ρα­κά­λια καὶ πα­ρά­πο­να –
ὡς τε­λευ­ταί­α ἀ­πό­λαυ­ση τοὺς ἤ­χους,
 τὰ ἐ­ξαί­σια ὄρ­γα­να τοῦ μυ­στι­κοῦ θιά­σου,
κι ἀ­πο­χαι­ρέ­τα την, τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια ποὺ χά­νεις…

Κων­σταν­τίνος Κα­βά­φης

καὶ τὸ χω­ρί­ο ποὺ τὸν ἐ­νέ­πνευ­σε νὰ γρά­ψῃ τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κό του ποί­η­μα:

(Πλού­ταρ­χος, Βί­ος τοῦ Ἀν­τω­νί­ου)
«Ἐν ταύ­τῃ τῇ νυ­κτὶ λέ­γε­ται με­σού­σῃ σχε­δόν, ἐν ἡ­συ­χί­ᾳ καὶ κα­τη­φεί­ᾳ τῆς πό­λε­ως δι­ὰ φό­βον καὶ προσ­δο­κί­αν τοῦ μέλ­λον­τος οὔ­σης, αἰφ­νί­δι­ον ὀρ­γά­νων τε παν­το­δα­πῶν ἐμ­με­λεῖς φω­νὰς ἀ­κου­σθῆ­ναι καὶ βο­ὴν ὄ­χλου με­τ’­εὐ­α­σμῶν καὶ πη­δή­σε­ων σα­τυ­ρι­κῶν, ὥ­σπερ θι­ά­σου τι­νὸς οὐκ ἀ­θο­ρύ­βως ἐ­ξε­λαύ­νον­τος· εἶ­ναι δὲ τὴν ὁρ­μὴν ὁ­μοῦ τι δι­ὰ τῆς πό­λε­ως μέ­σης ἐ­πὶ τὴν πύ­λην ἔ­ξω τὴν τε­τραμ­μέ­νην πρὸς τοὺς πο­λε­μί­ους, καὶ ταύ­τῃ τὸν θό­ρυ­βον ἐκ­πε­σεῖν πλεῖ­στον γε­νό­με­νον. Ἐ­δό­κει δὲ τοῖς ἀ­να­λο­γι­ζο­μέ­νοις τὸ ση­μεῖ­ον ἀ­πο­λεί­πειν ὁ θε­ὸς Ἀν­τώ­νι­ον, ᾧ μά­λι­στα συ­νε­ξο­μοι­ῶν καὶ συ­νοι­κει­ῶν ἑ­αυ­τὸν δι­ε­τέ­λε­σεν».

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Ἀ­θα­νά­σιος Διά­κος



(ἀ­πό­σπα­σμα)


Ὅ­σοι εἶ­στε ἀ­κό­μα ζων­τα­νοί, ἐ­λᾶ­τε ὁ­λό­γυ­ρά μου
φω­νά­ζει ὁ Διά­κος, κ’ ἔρ­χον­ται…  δὲ μέ­νουν πα­ρὰ δέ­κα…
ὁ ἥ­λιος στέ­κει γιὰ νὰ ἱ­δῆ.  Κά­θε στιγ­μὴ ποὺ φεύ­γει
τοὺς ἔ­σφιγ­γε στε­νὰ στε­νὰ στὴν ἀγ­κα­λιά του ὁ Χά­ρος.
Μέ­σα σὲ τέ­τοι­ο πέ­λα­γο, βα­θύ, με­λα­νι­α­σμέ­νο,
ἕ­ν’ ἀ­κρο­γιά­λι μα­κρυ­νό, τὸ μά­τι τοῦ Θα­νά­ση
ξα­νοί­γει ποὺ τοὺς ἔ­κρα­ζε: - «Παι­διὰ στὸ Μο­να­στῆ­ρι…»
Καὶ δρα­σκε­λί­ζουν πε­τα­χτὰ τὴ σι­δε­ρέ­νια φρά­χτη
πω­λό­γυ­ρά τους ἔ­πη­ξε….  σει­σμὸς τὸ πέ­ρα­σμά τους.
Τὰ ὄρ­νια ἀ­να­φτε­ρού­για­σαν…  τοὺς κυ­νη­γοῦν…  προ­φτά­νουν
καὶ πλημ­μυ­ρί­ζουν τὴν αὐ­λή…  Ἡ ἐκ­κλη­σιὰ στὴ μέ­ση
πα­ραι­τη­μέ­νη ὁ­λό­κλει­στη…  Ἱ­δρώ­νει ὁ τοῖ­χος αἷ­μα…
Τρί­ζου­νε τὰ κο­νί­σμα­τα…  Τὰ  βό­λια ποὺ ἀ­νε­μί­ζουν,
ἐ­δέρ­να­νε τὰ σή­μαν­τρα καὶ τὰ βου­βὰ γλωσ­σί­δια
ξυ­πνοῦν, λα­λοῦ­νε νε­κρι­κά…  λὲς κ’ εἶ­χε νὰ πε­ρά­σῃ
κα­νέ­να λεί­ψα­νο ἀ­πε­κεῖ…

          - Θα­νά­ση πα­ρα­δώ­σου…
ἐ­πέ­σα­νε οἱ συν­τρό­φοι σου… δὲ σώ­μει­νε κα­νέ­νας.
          -Θὰ πα­ρα­δώ­σω τὴν ψυ­χή, τ’ ἄρ­μα­τα δὲν τὰ δί­νω.
Ἄν δὲν τὸ ξέ­ρῃς μά­θε το… ποι­ὸς εἶ­σαι ….  τὴ φω­νή σου…
            -Θα­νά­ση εἶ­μαι ὁ δι­α­λα­λη­τής…
          -Προ­δό­τη ἀ­φο­ρε­σμέ­νε!­!­.­..
Μὴ μοῦ πα­τεῖς τὰ μνή­μα­τα… ἀ­κό­μη ζεῖς ἐμ­πρός μου; …

Καὶ τὴ στερ­νή του πι­στο­λιὰ τὴ ρί­χνει ἀ­στρο­πε­λέ­κι
καὶ τοῦ βου­βαί­νει τὴν καρ­διά…  Πέ­φτου­νε τὰ κο­ρά­κια
νὰ τό­νε φᾶ­νε ζων­τα­νὸν…  Στη­λώ­νει στ’ ἅ­γιο Βῆ­μα
τὴν πλά­τη ὁ Διά­κος …  καρ­τε­ρεῖ… Δὲν τώ­μει­νε στὸ χέ­ρι
πα­ρὰ μιὰ σπι­θα­μὴ σπα­θί…. Τὸν ἔ­χουν στὸ ση­μά­δι..
Τὸ πρό­σω­πό του ἀ­νά­στα­ση… ἐμ­πρός του ἀγ­κα­λι­α­σμέ­να
δυ­ὸ λεί­ψα­να ξα­πλω­τα­ριά… ὁ  Μῆ­τρος κι’ ὁ  Δι­α­μάν­της…
Δὲν τὸν ἀ­φή­νουν οὔ­τε κεῖ… κα­νέ­νας δὲ σι­μώ­νει…
Τ’ ἀν­δρει­ω­μέ­να κόκ­κα­λα συν­τρί­βουν τὰ μο­λύ­βια,
καὶ ὁ πύρ­γος μέ­νει πάν­τα ὀρ­θός… τὸ μά­τι του ἄλ­λος κό­σμος.
Τὸν του­φε­κί­ζου­νε μὲ μιᾶς…  τ’­ἀ­δει­ά­ζου­νε τὴ  φλέ­βα
καὶ χί­λιοι τὸν ἀρ­πά­ζου­νε…  δε­μέ­νο τὸ λι­ον­τά­ρι
τώ­χουν στὴ γῆ καὶ τὸ πα­τοῦν…  τοῦ  στρί­φου­νε τὰ χέ­ρια
πι­στάγ­κω­να μὲ τὴν τρι­χιὰ…  προ­βαί­νου­νε στὸν ὦ­μο
οἱ  σχί­ζαις ἀ­π’ τὴν κλεί­δω­ση…  αἶ­μα ρο­νιά..  με­δού­λι…
Κ’ ἐ­νώ τὸν ἐ­μαρ­τύ­ρευ­αν κρυ­φά,  κρυ­φά στὸ  στό­μα,
ἀ­πλώ­νει ὁ  Διά­κος καὶ φι­λεῖ τὸ  Μῆ­τρο,  τὸ  Δι­α­μάν­τη.

Χι­λιά­δες τό­νε σέρ­νου­νε,  ἐμ­πρός του λα­βω­μέ­νη
ἐ­μούγ­κρι­ζε ἡ φο­ρά­δα του… τὴν ἀ­να­κρά­ζει ὁ  Διά­κος
κι’ αὐ­τὴ μ’ ἕ­να χλι­μίν­τρι­σμα τὸν χαι­ρε­τά­ει καὶ πέ­φτει.
………………



Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Ἀπ’ τὲς ἐννιά…




Δώδεκα καὶ μισή.. –γρήγορα πέρασεν ἡ ὥρα
ἀπ’τὲς ἐννιὰ ποὺ ἄναψα τὴν λάμπα
καὶ κάθησα ἐδῶ… Κάθομουν χωρὶς νὰ διαβάζω
καὶ χωρὶς νὰ μιλῶ. (Μὲ ποιόνα νὰ μιλήσω
κατάμονος μέσα στὸ σπίτι αὐτό;..)

Τὸ εἴδωλον τοῦ νέου σώματός μου,
ἀπ’τὲς ἐννιὰ ποὺ ἄναψα τὴν λάμπα,
ἦλθε καὶ μὲ ηὗρε, καὶ μὲ θύμισε
κλειστὲς κάμαρες, ἀρωματισμένες,
καὶ περασμένην  ἡδονή.. –τὶ τολμηρὴ ἡδονή!
Κ’ ἐπίσης μ’ ἔφερε στὰ μάτια ἐμπρὸς
δρόμους ποὺ τώρα ἔγιναν ἀγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνηση ποὺ τέλεψαν –
καὶ θέατρα, καὶ καφενεῖα, ποὺ ἦσαν μιὰ φορά…

Τὸ εἴδωλον  τοῦ νέου σώματός μου
ἦλθε καὶ μ’ ἔφερε καὶ τὰ λυπητερά:
πένθη τῆς οἰκογένειας, χωρισμοί,
αἰσθήματα δικῶν μου.. –αἰσθήματα
τῶν πεθαμένων, τόσο λίγο ἐκτιμηθέντα…

Δώδεκα καὶ μισή.. πῶς πέρασεν ἡ ὥρα!..
Δώδεκα καὶ μισή.. –πῶς πέρασαν τὰ χρόνια!..

Κ. Καβάφης

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Δασκαλογιάννης


Δα­σκα­λο­γιά­ννης, E­πα­νά­στα­ση και αυ­το­θυ­σί­α
           ­ ­ ­ ­ ­ ­ ­ ­ ­  ­ ­ ­ ­ ­ ­ ­ 


Ο ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ, δη­λα­δὴ ὁ Ἰ­ω­άν­νης Δά­σκα­λος, ἦ­ταν μί­α ἀ­πὸ τὶς πλέ­ον ἡ­ρω­ι­κὲς μορ­φὲς τῶν ἀ­γώ­νων τῶν Ἑλ­λή­νων κα­τὰ τῶν Τούρ­κων κα­τα­κτη­τῶν. Καὶ ἴ­σως ὁ κα­θα­ρό­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους. Δὲν εἶ­χε ὑ­πη­ρε­τή­σει πο­τὲ στὶς αὐ­λὲς τῶν πα­σά­δων, ὅ­πως ἄλ­λοι πρω­το­κα­πε­τά­νιοι τοῦ 1821, οὔ­τε στρα­τεύ­θη­κε σὰν ἁρ­μα­το­λός. Ὁ Κω­στὴς Πα­λα­μᾶς τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ «κο­ρυ­φὴ τῆς κρη­τι­κῆς θυ­σί­ας», ἀλ­λὰ τὸ ἦ­θος, ἡ καρ­τε­ρί­α, ἡ αὐ­το­θυ­σί­α τὸν ἀ­νε­βά­ζουν ψη­λὰ στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν ἀ­γώ­νων τοῦ Γέ­νους. Ἦ­ταν ὑ­πε­ρή­φα­νος, ὀ­νει­ρο­πό­λος, γεν­ναῖ­ος, πλού­σιος καὶ τολ­μη­ρός. Ἀλ­λὰ καὶ εὔ­πι­στος! Δὲν ἀ­νῆ­κε στὸ εἶ­δος τῶν ἀν­θρώ­πων τοῦ πο­λέ­μου. Δὲν πε­ρι­ε­φέ­ρε­το σὰν «χα­ΐ­νης», πά­ει νὰ πεῖ ἀν­τάρ­της, στὰ βου­νά, ὅ­πως οἱ σύν­τρο­φοί του στὴν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1770. Ἦ­ταν ναυ­τι­κός, μὲ δι­κά του κα­ρά­βια καὶ τα­ξί­δευ­ε ἀ­πὸ τὴ Μασ­σα­λί­α ὡς τὰ λι­μά­νια τοῦ Εὔ­ξει­νου καὶ ἀ­πὸ τὸ βά­θος τοῦ Ἁ­δρί­α, τὴν Τερ­γέ­στη, ὡς τὰ ἀ­φρι­κα­νι­κὰ λι­μά­νια, τὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια καὶ τὴν Μπιγ­κά­ζα. Εἶ­χε, μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­δέρ­φια του, ναυ­τι­κὰ «πρα­κτο­ρεῖ­α» στὰ κυ­ρι­ό­τε­ρα λι­μά­νια καὶ σὲ πολ­λὰ ἐ­λεύ­θε­ρα ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιά, ὅ­πως στὰ Κύ­θη­ρα. Ἔμ­πο­ρος, τα­ξι­δευ­τὴς μὲ πεί­ρα τοῦ κό­σμου καὶ γνω­ρι­μί­ες μὲ πρίγ­κι­πες, μη­τρο­πο­λί­τες, πρό­κρι­τους καὶ δι­πλω­μά­τες ξέ­νων χω­ρῶν. Πρέ­πει νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του, οἱ Σφα­κια­νοί, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς ἄλ­λους Κρη­τι­κοὺς ποὺ ἀ­πε­χθά­νον­ταν τό­τε τὴ θά­λασ­σα, εἶ­χαν δε­κά­δες κα­ρά­βια στὴ Με­σό­γει­ο, μὲ βά­ση τὸν ὅρ­μο Λου­τρὸ στὸ Λι­βυ­κό, δυ­τι­κά της Χώ­ρας Σφα­κί­ων, στὰ ἴ­χνη τοῦ ἀρ­χαί­ου «δι­λί­με­νου» Φοί­νι­κα. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ μό­νος Σφα­κια­νὸς τῆς ἐ­πο­χῆς ποὺ τολ­μοῦ­σε νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει στὴν ἐ­παρ­χί­α μὲ εὐ­ρω­πα­ϊ­κὰ ροῦ­χα, χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­πο­κα­λοῦν ψα­λι­δό­κω­λο!
Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἱ­στο­ρι­κοὶ καὶ ἡ πα­ρά­δο­ση θέ­λουν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη ἀ­πὸ τὴ γε­νιὰ τῶν Βλά­χων τοῦ χω­ριοῦ Ἀ­νώ­πο­λη Σφα­κί­ων. Τὸ «Βλά­χος» φυ­σι­κὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὸ ἐ­πί­θε­το σφα­κια­νῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Θὰ ἦ­ταν πι­θα­νό­τα­τα προ­σω­νύ­μιο -καὶ προ­σω­νύ­μια εἶ­χαν τό­τε σχε­δὸν ὅ­λοι οἱ Σφα­κια­νοί. Κά­ποι­οι ἰ­σχυ­ρί­στη­καν ὅ­τι ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης «ἔ­σερ­νε» ἀ­πὸ τὴ ναυ­τι­κὴ γε­νιὰ τῶν Ἀν­δρου­λα­κά­κη­δων, τοῦ Λου­τροῦ. Προ­φα­νῶς ἔ­χουν ἐ­πη­ρε­α­σθεῖ ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη «Ἰ­ω­άν­νη υἱ­ὸν Ἀν­δρέ­ου» κα­τὰ τὴν πρα­κτι­κή της ἐ­πο­χῆς. Μί­α πρα­κτι­κὴ ποὺ πε­ρι­έρ­γως ἔ­χει ἀρ­χαι­ο­ελ­λη­νι­κὴ ρί­ζα. Πράγ­μα­τι ὑ­πάρ­χει τουρ­κι­κὸ ἔγ­γρα­φο ποὺ τὸν ἀ­πο­κα­λεῖ «Ἰ­ω­άν­νη υἱ­ὸν Ἀν­δρέ­ου». Καὶ πράγ­μα­τι ὁ πα­τέ­ρας τοῦ ὀ­νο­μά­ζε­το Ἀν­δρέ­ας, ὅ­πως καὶ ὁ πρῶ­τος του υἱ­ός, κα­τὰ τὸ συ­νή­θει­ο ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ πάν­τα.
Τὸ ἀρ­χον­τι­κό του Δα­σκα­λο­γιά­ννη δι­α­κρί­νε­ται ἀ­κό­μη ἐ­ρει­πω­μέ­νο στὴν Ἀ­νώ­πο­λη, πά­νω ἀ­πὸ τὸ Λου­τρό. Καὶ ὁ θρύ­λος τοῦ ζεῖ στὰ βου­νὰ καὶ στὰ φα­ράγ­για καὶ στὶς ἄ­γρι­ες ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς τοῦ Λι­βυ­κοῦ.

Ἡ κα­τά­στα­ση τὸ 1769

Ἕ­νας Δα­σκα­λο­γιά­ννης βρί­σκε­ται σὲ τουρ­κι­κὸ ἔγ­γρα­φό του 1765 μὲ τὸν τί­τλο τοῦ Κετ­χουν­τᾶ (γραμ­μα­τι­κοῦ) τῶν Σφα­κί­ων. Καὶ ἀρ­γό­τε­ρα σὲ ἔγ­γρα­φό του 1767 ὁ Νι­κο­λὸς Σγου­ρο­μάλ­λης, ἀ­δελ­φός του Δα­σκα­λο­γιά­ννη, ἐ­πί­σης μὲ τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ γραμ­μα­τι­κοῦ. Τώ­ρα ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης τοῦ ἐγ­γρά­φου εἶ­ναι ὁ ἴ­διος μὲ τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη τοῦ ἀ­γώ­να ἢ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πολ­λοὺς Ἰ­ω­άν­νη­δες Δα­σκά­λους καὶ Δα­σκα­λια­νοὺς τῶν Σφα­κί­ων; Ὅ­σο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, οἱ ἱ­στο­ρι­κοὶ τὸν θέ­λουν 40 ἐ­τῶν τὸ 1770.
Ἀλ­λὰ ποι­ὰ ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τὸ 1769, δη­λα­δὴ τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης προ­ε­τοί­μα­ζε τὴν ἐ­πα­νά­στα­σή του:
Οἱ Τοῦρ­κοι κρα­τοῦ­σαν ἕ­ναν αἰ­ώ­να τὴν Κρή­τη καὶ τρεῖς αἰ­ῶ­νες τὸν Μο­ριὰ καὶ τὴ Ρού­με­λη. Τὰ Σφα­κιά, ὅ­μως, ποὺ δὲν ἡ­σύ­χα­σαν πο­τὲ σ’ ὅ­λο τὸ μά­κρος τῆς ἐ­νε­τι­κῆς κα­το­χῆς, εἶ­χαν μί­α πε­ρί­ερ­γη τύ­χη. Τὸ 1648, ἐ­νῶ εἶ­χαν ὑ­πο­τα­χθεῖ ὅ­λες οἱ γύ­ρω ἐ­παρ­χί­ες καὶ τὰ κά­στρα ἦ­ταν γκρε­μι­σμέ­να, δί­χως τὸ Με­γά­λο, οἱ Σφα­κια­νοὶ βο­η­θοῦ­σαν τὸν Ματ­θαῖ­ο Καλ­λέρ­γη καὶ τοὺς Ἐ­νε­τοὺς στὶς ἐ­πι­χει­ρή­σεις τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ. Ὅ­πως μᾶς λέ­ει ὁ Τοῦρ­κος ἱ­στο­ρι­κὸς Να­ϊ­μά, βα­σι­ζό­με­νοι εἰς τὸ ὀ­ρει­νὸν καὶ δύ­σβα­τον τῆς ἐ­παρ­χί­ας των, δὲν δι­ῆ­γον φι­λη­σύ­χως καὶ ἐ­πὶ ἐ­πο­χῆς τῶν ἀ­πί­στων (Ἐ­νε­τῶν). Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ -συ­νε­χί­ζει ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς- ἔ­στει­λαν οἱ Τοῦρ­κοι τὸν Κετ­χουν­τὰ τῆς Ρού­με­λης Κου­τοὺζ Ἀ­λῆ Ἀ­γά, ὅ­στις κα­τέ­λα­βε τὸ φρού­ριον, κα­τα­δι­ώ­ξας καὶ δι­α­σκορ­πί­σας τοὺς ἀ­πει­θεὶς τού­τους (Σφα­κια­νούς). Ὁ ἀρ­χι­στρά­τη­γος προ­σέ­φε­ρε δι­ά­φο­ρα δῶ­ρα καὶ ἐ­πε­δα­ψί­λευ­σε δι­α­φό­ρους φι­λο­φρο­νή­σεις εἰς τὸν ρη­θέν­τα Ἀ­λὴ Ἀ­γὰν. Ἄλ­λος, ὅ­μως, Τοῦρ­κος, ὁ γνω­στός μας ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­ή­γη­σή του, ὁ Ἐ­βλιὰ Τζε­λεμ­πή, ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι τὰ Σφα­κιὰ τὰ πά­τη­σε ὁ ἴ­διος ὁ θρυ­λι­κὸς γιὰ τὸ πα­ρά­στη­μα καὶ τὴν ἀν­δρεί­α του Δε­λὴ Χου­σε­ΐν Πα­σάς, ὁ Γα­ζὴς. Με­τὰ λί­γα χρό­νια, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὸ 1658, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ συ­νο­μι­λί­ες μὲ τὸν Χου­σε­ΐν Πα­σά, τὰ Σφα­κιὰ ποὺ μέ­χρι τό­τε ἦ­ταν φέ­ου­δο τοῦ ἴ­διου τοῦ Χου­σε­ΐν, ὑ­πά­γον­ται στὸ βα­κου­φι­κὸ σύ­στη­μα. Καὶ ἀ­φι­ε­ρώ­νον­ται στὶς ἱ­ε­ρὲς πό­λεις Μέκ­κα καὶ Με­δί­να. Στὰ Σφα­κιὰ φαί­νε­ται ὅ­τι ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο και­ρὸ Τοῦρ­κος ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χος. Ἀλ­λὰ κα­νέ­νας δὲν ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε μό­νι­μα. Τοὺς φό­ρους τους, ποὺ ἦ­ταν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο πο­σὸ γιὰ τὰ ἐμ­πο­ρευ­ό­με­να ἢ πει­ρα­τι­κὰ ἔ­στω, Σφα­κιά, πό­τε τοὺς πλή­ρω­ναν καὶ πό­τε ὄ­χι, οἱ Σφα­κια­νοί. Πό­τε μὲ δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες στὸν ἴ­διο τὸν σουλ­τά­νο καὶ πό­τε μὲ ζο­ρι­λί­κι, κα­τά­φερ­ναν νὰ γλι­τώ­νουν.
Στὰ τουρ­κι­κὰ ἀρ­χεῖ­α τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου, ποὺ με­τέ­φρα­σε ὁ Ν. Σταυ­ρι­νί­δης, βρί­σκου­με ὀρ­γι­σμέ­να φιρ­μά­νια τῶν σουλ­τά­νων, ποὺ ζη­τοῦν νὰ λή­ξει αὐ­τὴ ἡ κα­τά­στα­ση μὲ τοὺς Σφα­κια­νούς. Νὰ ἕ­να γραμ­μέ­νο «τὴ τρι­α­κο­στή τοῦ μη­νὸς Ρε­τζέπ, τοῦ ἔ­τους χί­λια ἑ­κα­τὸν ἑ­βδο­μή­κον­τα δύ­ο (18-3-1759)», δέ­κα χρό­νια πρὶν ἀ­πὸ τὰ γε­γο­νό­τα ποὺ ἐ­ξι­στο­ροῦ­με: «...πα­ρὰ ταῦ­τα, οἱ ρα­γιά­δες τῆς ἐν λό­γω ἐ­παρ­χί­ας (Σφα­κί­ων) συ­νερ­γα­ζό­με­νοι στε­νῶς με­τὰ τῶν ἀ­πί­στων ἐ­χθρῶν κουρ­σά­ρων καὶ ὄν­τες λί­αν πα­νοῦρ­γοι καὶ δό­λιοι, βα­σι­ζό­με­νοι δὲ καὶ εἰς τὸ δύ­σβα­τον τῶν ὁ­δῶν των καὶ τὸ ἀ­πρό­σι­τον τῆς Ἐ­παρ­χί­ας των καὶ συμ­πε­ρι­φε­ρό­με­νοι πάν­το­τε με­τὰ σκαι­ό­τη­τος, ἀρ­νοῦν­ται... τὴν κα­τα­βο­λὴν τῶν φό­ρων των, προ­βάλ­λον­τες ἄρ­νη­σιν καὶ ἐμ­μο­νὴν καὶ ἀν­τί­στα­σιν, συγ­κεν­τρω­θέν­των οὕ­τω εἰς χεί­ρας τῶν ἄ­νω τῶν 40.000 γρο­σί­ων... Ὁ­σά­κις δὲ ἀ­πέ­στει­λε (ὁ ἔ­φο­ρος) ἀν­θρώ­πους εἰς τὴν Ἐ­παρ­χί­αν των διὰ νὰ ζη­τή­σουν... τὴν πλη­ρω­μήν... ὄ­χι μό­νον δὲν ἐ­πλή­ρω­σαν τού­τους, ἀλ­λ’ οὔ­τε ἀ­πάν­τη­σιν τι­νὰ ἔ­δω­σαν...».
Σὲ πα­λι­ό­τε­ρα φιρ­μά­νια βρί­σκου­με τὶς ἴ­δι­ες κα­τη­γο­ρί­ες τοῦ σουλ­τά­νου γιὰ τοὺς Σφα­κια­νούς, ποὺ «πε­ρι­φέ­ρον­ται ἔ­νο­πλοι» καὶ πε­ρι­φρο­νοῦν τὸν νό­μον. Κά­που-κά­που οἱ δι­α­τα­γὲς τοῦ σουλ­τά­νου γί­νον­ται φι­λι­κὲς πρὸς τοὺς Σφα­κια­νοὺς καὶ ὁ­ρί­ζουν νὰ μὴ τοὺς ἐ­νο­χλεῖ κα­νέ­νας, νὰ μὴ τοὺς ὑ­πο­βάλ­λουν σὲ τα­λαι­πω­ρί­ες, ὅ­ταν κα­τε­βαί­νουν ἀ­π’ τὰ βου­νὰ τους ν’ ἀ­γο­ρά­σουν στά­ρι.

Ἀν­τι­φα­τι­κὰ φιρ­μά­νια

Γιὰ τὰ «δο­σί­μα­τα» αὐ­τὰ ὑ­πάρ­χουν ἀρ­κε­τὰ τούρ­κι­κα χαρ­τιά. Ἄλ­λα εἶ­ναι ὀρ­γι­σμέ­να καὶ ἄλ­λα φι­λι­κά. Ὁ γραμ­μα­τι­κὸς τῶν Σφα­κια­νῶν Σγου­ρο­μάλ­λης Νι­κο­λὸς ἀ­να­γνω­ρί­ζει σύμ­φω­να μὲ ἔγ­γρα­φό του 1767 ὅ­τι ἀ­πὸ τὸ χρέ­ος τῶν Σφα­κια­νῶν «δὲν κα­τε­βλή­θη οὔ­τε ἕν ἄ­σπρον ἢ ὄ­βο­λος τίς... ἀλ­λὰ πα­ρα­μέ­νει ὁ­λό­κλη­ρον τὸ πο­σὸν τοῦ­το εἰς χρέ­ος τῶν ρα­γιά­δων τῆς ἐ­παρ­χί­ας».  Καὶ ὑ­πό­σχε­ται πλη­ρω­μή. Λί­γο πρίν, σὲ βα­σι­λι­κὸ «Χάτ­τι Χου­μα­γιοὺν» τῆς 19ης Ἰ­ου­νί­ου 1765 μὲ τὸ πε­ρί­φη­μο ἰ­δι­ό­γρα­φο «μου­τζε­πί­νι­ζε ἀ­μὲλ ὁ­λου­νὰ» (ἐ­νερ­γή­σθω συ­νω­δὰ) τοῦ σουλ­τά­νου ὁ­ρι­ζό­ταν ὅ­τι: «ἅ­μα τὴ λή­ψει, ἐ­νερ­γοῦν­τες συμ­φώ­νως πρὸς τὴν ἐ­πὶ τού­τοις ἐκ­δο­θεῖ­σαν δι­α­τα­γήν μου... φρον­τί­σα­τε νὰ σέ­βε­σθε τὴν πα­λαι­ό­θεν εἰς τὰ βα­κού­φια ἐ­λευ­θε­ρί­αν... Νὰ μὴν ἐ­πι­τρέ­ψη­τε εἰς τοὺς δρα­γου­μά­νους ἢ εἰς ἄλ­λον τι­νὰ ἔ­ξω­θεν νὰ προ­βαί­νουν εἰς ἐ­νερ­γεί­ας ἀν­τι­βαι­νού­σας τοὺς ὅ­ρους ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας αὐ­τῶν».
Ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν ἐ­λάμ­βα­ναν εἰ­δι­κὰ μέ­τρα κα­τὰ τῶν Σφα­κί­ων, δὲν τὰ ἐ­ξαι­ροῦ­σαν ἀ­πὸ τὴν εὐ­νο­ϊ­κὴ με­τα­χεί­ρι­ση τῶν βα­κου­φί­ων, πα­ρὰ τὴν ἄρ­νη­ση τῶν Σφα­κια­νῶν νὰ πλη­ρώ­νουν φό­ρους.
Θρύ­λος ἀλ­λὰ καὶ ἱ­στο­ρί­α ἔ­χουν μί­α ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὴν ἀν­τί­φα­ση: Μί­α γυ­ναί­κα προ­στά­τευ­ε τὰ Σφα­κιὰ μέ­σα στὰ σε­ρά­για τοῦ Σουλ­τά­νου ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό:
«Ἡ ἐκ τῶν ἐ­να­ρέ­των μου­σουλ­μα­νί­δων Φα­τμὰ Χα­τοὺν, Χα­νοὺμ Σουλ­τὰν, εἴ­η δια­ρκὴς ἡ ἁ­γνό­της αὐ­τῆς...», γρά­φουν τὰ τε­φτέ­ρια.
Ὅ­ταν τοὺς ἀ­πει­λοῦ­σαν οἱ Τοῦρ­κοι, οἱ μι­σοὶ Σφα­κια­νοὶ ἔμ­παι­ναν στὰ κα­ρά­βια καὶ ἀ­νοί­γον­ταν στὸ πέ­λα­γος καὶ οἱ ἄλ­λοι μι­σοὶ ἀ­νέ­βαι­ναν στὰ ἀ­πά­τη­τα βου­νὰ καὶ στὰ ἄ­γρια φα­ράγ­για καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ τοὺς πει­ρά­ξει. Δι­α­βά­ζου­με σὲ φιρ­μά­νι τῆς ἐ­πο­χῆς:
«Ἐ­ὰν δέ, πα­ρ’ ἐλ­πί­δα, φθά­ση ἀ­πε­σταλ­μέ­νος τὶς εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν των, οἱ κα­τη­ρα­μέ­νοι κά­τοι­κοί της καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κα­πε­τα­ναῖ­οι τοὺς δι­α­φεύ­γουν...».
Στὸν ὅρ­μο τοῦ Λου­τροῦ, ποὺ ἦ­ταν τὸ «κεν­τρι­κὸ λι­μά­νι» τῶν Σφα­κί­ων, ὑ­πῆρ­χε πλοῦ­τος καὶ με­γα­λεῖ­ο. Στὴν Ἀ­νώ­πο­λη τῆς ὁ­ποί­ας ἐ­πί­νει­ο ἦ­ταν τὸ Λου­τρό, ἡ ἀρ­χον­τιὰ ἦ­ταν ἔκ­δη­λη. Καὶ ὄ­χι μό­νον ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Στὰ χαρ­τιὰ τῶν Ἐ­νε­τῶν ἀ­να­φέ­ρε­ται ἕ­να με­γα­λο­πρε­πὲς γεῦ­μα τοῦ κα­πε­τὰν Κα­τσού­λη Πα­τε­ρο­ζά­πα στὸν γε­νι­κὸ προ­βλε­πτὴ Κρή­της Γε­ρώ­νυ­μο Κα­πέ­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πι­χει­ροῦ­σε ἐ­πί­σκε­ψη φι­λί­ας στὰ Σφα­κιὰ τὸ 1608. Στὸ τρα­πέ­ζι αὐ­τό, σύμ­φω­να μὲ τὰ χαρ­τιὰ τῶν Ἐ­νε­τῶν, ὁ Ἀ­νω­πο­λί­της κα­πε­τά­νιος ἅ­πλω­σε τρι­α­κό­σια ἀρ­γυ­ρὰ σκεύ­η.
Καὶ στὴ χώ­ρα Σφα­κί­ων, στὸν Ὀμ­πρὸς Για­λὸ «μὲ τσ’ ἑ­κα­τὸν τὶς ἐκ­κλη­σι­ές, τὰ πλού­σια τὰ σε­ρά­για» κα­τοι­κοῦ­σαν ἄρ­χον­τες «κα­λόσει­ροι» καὶ ναῦ­τες «παι­νε­μέ­νοι».

Οἱ πε­δι­νοὶ ἀ­δι­α­φο­ροῦν
Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μη ἀρ­κε­τὰ πράγ­μα­τα ποὺ πρέ­πει ν’ ἀ­να­φέ­ρει κα­νεὶς προ­λο­γι­κά:

Οἱ Σφα­κια­νοὶ εἶ­χαν μί­α ἄλ­λο­τε σι­ω­πη­ρὴ καὶ ἄλ­λο­τε αἱ­μα­τη­ρὴ ἀν­τι­δι­κί­α μὲ τοὺς πε­δι­νοὺς Κρη­τι­κούς. Ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς τῶν Σφα­κί­ων Γρ. Πα­πα­δο­πε­τρά­κης, φα­να­τι­κὸς ὑ­πὲρ τῶν συμ­πα­τρι­ω­τῶν του, ὁ­μι­λεῖ πε­ρὶ ἐ­χθρό­τη­τος ποὺ ὀ­φεί­λε­το στὴν ὑ­πε­ρο­χὴ τῶν Σφα­κια­νῶν, φυ­λε­τι­κὴ καὶ ψυ­χο­λο­γι­κή. Οἱ Σφα­κια­νοὶ ἦ­ταν ἄν­δρες ὡ­ραῖ­οι, εὐ­στα­λεῖς, γεν­ναῖ­οι καὶ σχε­τι­κῶς εὐ­κα­τά­στα­τοι. Ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἐγ­κα­τε­στη­μέ­νοι στὰ «κα­τω­μέ­ρια», μὲ τὴν εὐ­φυ­ΐ­α, τὴν ἐρ­γα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν εὐ­ε­λι­ξί­α τους, ὑ­πε­ρεῖ­χαν τῶν ἄλ­λων. Δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν πε­ρι­ου­σί­ες καὶ σχέ­σεις καὶ ξε­χώ­ρι­ζαν στὶς κοι­νω­νί­ες ποὺ ζοῦ­σαν σὲ ὅ­λες τὶς ἐ­πο­χές. Ἔγ­γρα­φα τοῦ και­ροῦ ἐ­κεί­νου ὁ­μι­λοῦν γιὰ δο­λο­φο­νί­ες Σφα­κια­νῶν ἀ­πὸ ἄλ­λους Κρη­τι­κοὺς στὴν πε­ρι­ο­χὴ τοῦ Ἡ­ρα­κλεί­ου.
Ἐ­πί­σης ἀ­να­φέ­ρε­ται πε­ρι­στα­τι­κὸ φο­ρο­λο­γι­κῆς μορ­φῆς: Οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­φαί­ρε­σαν φο­ρο­λο­γι­κὰ «δελ­τί­α» ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιὰ καὶ τὰ προ­σέ­θε­σαν σὲ ἄλ­λες ἐ­παρ­χί­ες. Προ­φα­νῶς δι­ό­τι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὰ εἰ­σπρά­ξουν οἱ φο­ρα­τζῆ­δες.
Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης πρέ­πει νὰ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι οἱ πε­δι­νοὶ Κρη­τι­κοὶ δὲν θὰ ση­κώ­νον­ταν μα­ζί του. Ἦ­ταν ἄλ­λω­στε ἕ­ναν αἰ­ώ­να ἄ­ο­πλοι καὶ ἄ­μα­θοι τῶν ὅ­πλων, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς δι­κούς του ποὺ ὁ­πλο­φο­ροῦ­σαν ἀ­πὸ νή­πια. Ἀ­κό­μη: Στὰ Σφα­κιὰ ὑ­πῆρ­χε μί­α ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες ὁ­μά­δες κα­τα­δρο­μέ­ων.
Ἡ Ἱ­στο­ρί­α δι­α­σώ­ζει μί­α μὲ ἀρ­χη­γὸ τὸν Μάρ­κο, γιὸ τοῦ κα­πε­τὰν Γι­ωρ­γά­κη. Ἡ ὁ­μά­δα τοῦ Γι­ωρ­γα­κο­μάρ­κου ρή­μα­ζε τὰ ὑ­πο­στα­τι­κὰ τῶν ἀ­γά­δων, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιά, στὰ ἀ­πο­κο­ρω­νι­ώ­τι­κα καὶ τὰ ρε­θε­μνι­ώ­τι­κα χω­ριά. Ἔ­πε­φταν τὴ νύ­χτα, ἐ­ξόν­τω­ναν τοὺς ἀ­γά­δες καὶ τοὺς ἀν­θρώ­πους τους καὶ γύ­ρι­ζαν στὰ Σφα­κιὰ φορ­τω­μέ­νοι μὲ «κοῦρ­σος». Ἦ­ταν δει­νοὶ νυ­χτο­πο­λε­μι­στὲς καὶ ὁ­δοι­πό­ροι. Οἱ Τοῦρ­κοι τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «Σε­ϊ­τὰν τα­κι­μὶ» καὶ τὸν ἀρ­χη­γὸ τοὺς Δαι­μο­νάρ­χη. Οἱ Σφα­κια­νοὶ εἶ­χαν καὶ μό­νι­μη ἀν­τι­δι­κί­α μὲ τὸν με­γά­λο γαι­ο­κτή­μο­να καὶ κτη­νο­τρό­φο Ἰμ­πρα­ὴμ Ἀ­λη­δά­κι, ἕ­ναν ἀ­πό­γο­νο Ἐ­νε­τῶν ἐ­ξω­μο­τῶν ποὺ κρα­τοῦ­σε ὅ­λες τὶς βο­ρι­νὲς πλευ­ρὲς τῶν Σφα­κια­νῶν βου­νῶν. Εἶ­χε στή­σει μι­τά­τα, πά­ει νὰ πεῖ στά­νες, δε­κα­τέσ­σε­ρις ἀ­πὸ τὰ σύ­νο­ρα τοῦ Ρε­θύ­μνου μέ­χρι τὴ Μα­λά­ξα, τὸ βου­νὸ ποὺ στέ­κει πά­νω ἀ­πὸ τὴ Σού­δα.
Ὁ πύρ­γος του, πα­λιὸ ἑ­νε­τι­κὸ φρού­ριο, κτι­σμέ­νο πά­νω στὴ μο­να­δι­κὴ ἔ­ξο­δο τῶν Σφα­κι­ῶν, στέ­γα­ζε δε­κά­δες ἐ­νό­πλους, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων καὶ χρι­στια­νούς. Καὶ οἱ ποι­μέ­νες του εἶ­χαν συ­νε­χεῖς ἀν­τι­δι­κί­ες μὲ τοὺς Σφα­κια­νούς.
Ὁ Ἀ­λη­δά­κις ἦ­ταν ὁ βα­σι­κὸς ἐ­πι­τη­ρη­τὴς τῶν Σφα­κια­νῶν καὶ ὁ πλη­ρο­φο­ρι­ο­δό­της τῶν Τούρ­κων, γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν τὸν χώ­νευ­αν οἱ ἄλ­λοι ἀ­γά­δες τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ δὲν ἀν­τέ­δρα­σαν ὅ­ταν, λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν ἐ­ξόν­τω­σαν οἱ Σφα­κια­νοί.

«Ὀ­λυμ­πια­κοὶ»
στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο

Πα­ρὰ τὴ μυ­στι­κό­τη­τα, φῆ­μες πὼς τὰ Σφα­κιὰ ἑ­τοι­μά­ζον­ταν νὰ ση­κω­θοῦν δι­έ­τρε­χαν τὶς ἄ­γρι­ες ἀ­κρο­γι­α­λι­ές, κα­τέ­βαι­ναν στὰ βά­θη τῶν ἑ­πτὰ με­γά­λων φα­ραγ­γι­ῶν καὶ ἔ­φτα­ναν ὡς τὶς δε­κά­δες κο­ρυ­φές, ποὺ ὑ­ψώ­νουν τὸ με­γα­λεῖ­ο τῶν Μα­δά­ρων ὡς δυ­ό­μι­σι χι­λι­ό­με­τρα ψη­λά. Οἱ Τοῦρ­κοι ἦ­ταν φο­βι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὶς φῆ­μες γιὰ τὸν ρω­σι­κὸ στό­λο ποὺ εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὸ Αἰ­γαῖ­ο. Καὶ πε­ρί­με­ναν ἀ­νή­συ­χοι τὴν ἔ­κρη­ξη.
Κεῖ­νο τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 1769 ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νο στὰ Σφα­κιά. Κου­βα­λοῦ­σαν τὰ κα­ρά­βια ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Κου­βα­λοῦ­σαν οἱ «δαι­μό­νιοι» ἀ­πὸ τοὺς κάμ­πους τὰ ἔ­χη τῶν ἀ­γά­δων καὶ τὸ πα­νη­γύ­ρι τοῦ Ἅ­ι Νι­κή­τα στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο ἦ­ταν ἀ­πὸ τὰ πιὸ με­γά­λα ποὺ εἶ­δε ὁ τό­πος.
...Στὰ πα­ρά­λια του Λι­βυ­κοῦ, στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ ἄ­κρη τῶν Σφα­κι­ῶν, εἶ­ναι ἕ­νας κάμ­πος μι­κρός. Κον­τὰ στὸ κύ­μα ἔ­χουν ση­κώ­σει ἕ­να μι­κρὸ κά­στρο οἱ Ἐ­νε­τοί, ποὺ τὸ εἶ­παν οἱ ντό­πιοι Φραγ­κο­κά­στελ­λο. Αὐ­τὸ τὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο τὸ δό­ξα­σε, στὰ 1828, ὁ Χα­τζὴ Μι­χά­λης Ντα­λιά­ννης μὲ τὴ θυ­σί­α του. Κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ τὸ κά­στρο ἦ­ταν ἔ­ρη­μο, μὰ κον­τὰ του τὸ ρη­μοκ­κλή­σι τοῦ Ἅ­ι Νι­κή­τα εἶ­χε σπου­δαῖ­ες δό­ξες. Τὸ πα­νη­γύ­ρι γι­νό­ταν στὶς 15 τοῦ Σε­πτέμ­βρη, μὲ με­γά­λη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα. Ἔ­φτα­ναν ἀ­π’ ὅ­λα τὰ χω­ριὰ τῶν Σφα­κι­ῶν καὶ τῆς Ρί­ζας πα­νη­γυ­ρι­ῶ­τες, μὲ σφά­για καὶ τυ­ριὰ καὶ μέ­λια. Ἔ­φτα­νε ὁ ἐ­πί­σκο­πος, ἡ­γού­με­νοι καὶ πα­πά­δες. Κα­πε­τά­νιοι, πα­λι­κά­ρια καὶ κο­πε­λοῦ­δες. Πα­λιὸ λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ πα­νη­γύ­ρι αὐ­τό:

«Σὰ θὲς νὰ δὴς καὶ νὰ χα­ρῆς ὄ­μορ­φα παλ­λη­κά­ρια
ἄ­με στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο νὰ ’­ναι τ’ Ἁ­γιοῦ Νι­κή­τα.
Νὰ κα­τε­βοῦν τὰ δύ­ο χω­ριὰ ἡ Νίμ­προς καὶ τ’ Ἀ­σκύ­φου
καὶ τ’ ἄλ­λα τὰ γυ­ρό­χω­ρα...
Νὰ δὴς σγου­ροὺς νὰ δὴς ξαν­θοὺς κι ὄ­μορ­φους κο­πελ­λιά­ρους.
Νὰ δὴς ψη­λοὺς γιὰ τὸ σπα­θί, κον­τοὺς γιὰ τὸ ντου­φέ­κι...
μὲ τὰ μα­κρὰν τω­νε σκου­λιὰ μὲ τσοὶ πι­σω­καυ­κά­λες
τ’ ἀμ­πέ­θια τῶν τὰ μαλ­λια­ρὰ καὶ τσ’ ἀ­νοι­χτὲς κου­τά­λες...
Με­τὰ τὴ με­γά­λη λει­τουρ­γί­α κά­θι­ζε γύ­ρω στὰ κα­ζά­νια ὁ λα­ός, ἔ­τρω­ε, ἔ­πι­νε καὶ τρα­γου­δοῦ­σε. Ἦ­ταν βρα­σμέ­να τὰ τα­σι­μά­ρι­κα σφα­χτά, ἁ­πλω­μέ­να τὰ τυ­ριά, οἱ μυ­ζῆ­θρες. Οἱ Σφα­κια­νοὶ ἀ­γα­ποῦν τὸ βρα­στὸ κρέ­ας μὲ τὸ μέ­λι. Ἀ­γα­ποῦν καὶ τὸ κρα­σί. Τὸ κέ­φι ἄ­να­βε εὐ­θὺς καὶ χα­λοῦ­σε ὁ κό­σμος ἀ­πὸ τὸ ντου­φε­κί­δι. Τὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο ἄρ­χι­ζαν τ’ ἀ­γω­νί­σμα­τα. Μὲ τά­ξη τὰ πα­λι­κά­ρια, κά­τω ἀ­π’ τ’ αὐ­στη­ρὰ μά­τια τῶν γε­ρόν­των ἔ­τρε­χαν, πη­δοῦ­σαν ἔ­ρι­χναν στὸ ση­μά­δι, πε­τοῦ­σαν τὸ βό­λι κα­τὰ τὸν τρό­πο τὸν κρη­τι­κὸ καὶ τὸ λι­θά­ρι. Οἱ γέ­ροι ἔ­βγα­ζαν κρί­ση καὶ βρά­βευ­αν τοὺς νι­κη­τές. Δου­λειὰ δύ­σκο­λη κι ἐ­πι­κίν­δυ­νη για­τί ξε­σποῦ­σαν κα­βγά­δες ἀ­νά­με­σα στοὺς ὁ­πλι­σμέ­νους νέ­ους. Ἦ­ταν οἱ Ὀ­λυμ­πια­κοὶ ἀ­γῶ­νες τῶν Σφα­κια­νῶν.
Ἀλ­λὰ χει­μώ­νι­α­ζε πιὰ καὶ τὰ σφα­κια­νὰ κο­πά­δια ἔ­πρε­πε νὰ ἑ­τοι­μά­ζον­ται νὰ κα­τε­βοῦν στὰ χει­μα­διά. Ὅ­σοι βο­σκοὶ εἶ­χαν τὰ χει­μα­διὰ τους κον­τὰ στὰ Σφα­κιὰ δὲν εἶ­χαν ἀ­νη­συ­χί­α κα­μιά. Οἱ ἄλ­λοι, ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σουν τὰ πρό­βα­τα στὰ κα­τω­μέ­ρια, δεί­λια­ζαν. Τοὺς κα­θη­σύ­χα­σε ὅ­μως ὁ δά­σκα­λος ποὺ πί­στευ­ε ὅ­τι δὲν θὰ τοὺς χτυ­πή­σουν πρῶ­τοι οἱ Τοῦρ­κοι εἰ­δι­κά τους Σφα­κια­νούς. Στὸν Μο­ριὰ καὶ στὶς ἄλ­λες ἑλ­λη­νι­κὲς πε­ρι­ο­χὲς οἱ σφα­γὲς εἶ­χαν ἤ­δη ἐκ­δη­λω­θεῖ.

Ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση ἀρ­χί­ζει.

Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης ἀ­φοῦ ξε­πέ­ρα­σε τοὺς ἐν­δοια­σμοὺς τῶν κα­πε­τα­ναί­ων, καὶ ἀ­φοῦ τοὺς βε­βαί­ω­σε ὅ­τι ὁ Μό­σκο­βος μά­χε­ται κι­ό­λας στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νε­ρά, ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Ἀ­δρι­α­τι­κὴ καὶ γύ­ρι­σε τὰ Χρι­στού­γεν­να τοῦ ἴ­διου χρό­νου φορ­τω­μέ­νος ὄ­πλα καὶ ἐλ­πί­δες. «Με­σοῦν­τος τοῦ μη­νὸς Σι­ε­βάλ», δη­λα­δὴ τὸ τέ­λος Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1770, οἱ Τοῦρ­κοι τῶν Χα­νί­ων ἀ­να­φέ­ρουν στὸν σουλ­τά­νο ὅ­τι, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λύ­πτουν «ἐξ ἀλ­λε­παλ­λή­λων πη­γῶν γρα­πταὶ πλη­ρο­φο­ρί­αι», δε­κά­δες ρού­σι­κα πλοῖ­α εἰ­σέ­βα­λαν στὴ Με­σό­γει­ο ἀ­πὸ τὸ Γι­βραλ­τάρ. Φῆ­μες ἀλ­λὰ καὶ ἀ­λη­θι­νὲς εἰ­δή­σεις πή­γαι­ναν καὶ ἤρ­χον­το ἀ­νά­με­σα στὰ Χα­νιὰ καὶ τὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Οἱ πα­σά­δες τῆς Κρή­της πα­νι­κό­βλη­τοι ἀ­πα­γό­ρευ­σαν στοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ φο­ροῦν ροῦ­χα ὅ­μοι­α μὲ τῶν Τούρ­κων. Στὶς πόρ­τες τους χά­ρα­ξαν δι­α­κρι­τι­κὰ ση­μά­δια...
Με­τὰ τὶς κα­θι­ε­ρω­μέ­νες συ­νε­λεύ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες ὅ­λοι οἱ «ἄν­δρες τῶν ἁρ­μά­των» ψή­φι­ζαν, στὶς αὐ­λὲς τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Θυ­μια­νῆς, πό­λε­μο ἢ εἰ­ρή­νη, οἱ κα­πε­τά­νιοι κί­νη­σαν, φα­νε­ρὰ πλέ­ον, τὶς προ­πα­ρα­σκευ­ές. Μὲ πρό­σχη­μα τὸ Πά­σχα, ἔ­φευ­γαν ἀ­πὸ τὰ Κά­στρα καὶ τὰ πε­δι­νὰ χω­ριὰ οἱ Σφα­κια­νοὶ «ἄ­ποι­κοι» καὶ μα­ζεύ­ον­ταν στὰ Σφα­κιὰ γιὰ νὰ ἁρ­μα­τω­θοῦν καὶ νὰ κα­τα­τα­χθοῦν στὰ ἐ­πα­να­στα­τι­κὰ σώ­μα­τα. Τουρ­κι­κὸ ἔγ­γρα­φο ἐ­πι­ση­μαί­νει ὅ­τι οἱ ἄ­πι­στοι αὐ­τοὶ «ἀ­νε­χώ­ρη­σαν κρυ­φί­ως ἐκ τῶν χω­ρί­ων ὅ­που δι­έ­με­νον καὶ συ­νε­κεν­τρώ­θη­σαν ἅ­παν­τες εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν Σφα­κί­ων». Ἀλ­λὰ κα­νέ­νας ἄλ­λος «κα­τω­με­ρί­της» δὲν κι­νή­θη­κε.
Σύμ­φω­να μὲ τὸν λα­ϊ­κὸ ποι­η­τὴ «Μπάρ­μπα Μπα­τζε­λιό», τὸν ὅ­μη­ρο τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, «μί­α μέ­ρα τ’ Ἀ­πρι­λιοῦ, ὡς τὸ κο­λα­τσι­δά­κι» οἱ Σφα­κια­νοὶ ὀρ­γά­νω­σαν τὸ στρα­τό­πε­δό τους στὸ μι­κρὸ ὀ­ρο­πέ­διο Κρά­πη, στὴν ἔ­ξο­δο τοῦ φα­ραγ­γιοῦ τοῦ Κα­τρέ, στὰ σύ­νο­ρα μὲ τὸν Ἀ­πο­κό­ρω­να. Ἀλ­λὰ οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες τοῦ Μπα­τζε­λιοῦ δὲν εἶ­ναι πάν­τα ἀ­κρι­βεῖς. Οἱ ἐ­πα­να­στα­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες εἶ­χαν ἀρ­χί­σει ἀ­πὸ πρίν. Ἀ­σύ­δο­τοι καὶ ἀ­συγ­κρά­τη­τοι νε­α­ροὶ ἐ­πα­να­στά­τες εἶ­χαν ὀρ­γα­νώ­σει συ­στη­μα­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις κα­τὰ τῶν ἀ­γά­δων. Τὴν 25 Μαρ­τί­ου 1770, μί­α μέ­ρα ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα θὰ γί­νει ἐ­θνι­κὸ σύμ­βο­λο, δε­κά­δες πα­πά­δες πά­νο­πλοι καὶ δύ­ο χι­λιά­δες ἐ­πα­να­στά­τες μὲ τοὺς κα­πε­τά­νιους τους, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μί­α πα­νη­γυ­ρι­κὴ λει­τουρ­γί­α με­τὰ τῶν ἀ­πα­ραι­τή­των πυ­ρο­βο­λι­σμῶν, κή­ρυ­ξαν τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση. Ἀρ­χη­γοὶ τῶν ἐ­πα­να­στα­τῶν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη ἀ­να­φέ­ρον­ται ὁ Μα­νού­σα­κας, ὁ Γι­ωρ­γά­κης, ὁ Βουρ­δουμ­πᾶς, ὁ Χοῦρ­δος, ὁ Μπου­νά­τος, ὁ πά­πα Σή­φης, ὁ Βο­λού­δης, ὁ Μω­ρά­κης, ὁ Σκορ­δί­λης καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἄλ­λοι -οἱ Σφα­κια­νοὶ εἶ­χαν ἀ­πὸ τό­τε τὸ πά­θος γιὰ τὸ κα­πε­τα­νι­λί­κι...

«Μο­λὼν Λα­βὲ»

Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης μὲ τοὺς δι­κούς του κα­τέ­βη­κε στὸν Ἀ­πο­κό­ρω­να, ὁ­πλι­σμέ­νος αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Καὶ στὸ κε­φά­λι του τύ­λι­ξε μαῦ­ρο κε­φα­λο­μάν­τι­λο στὴ θέ­ση τοῦ ναυ­τι­κοῦ καλ­πα­κιοῦ. Ἄλ­λοι κα­πε­τά­νιοι πέ­ρα­σαν στὰ Ρε­θε­μνι­ώ­τι­κα. Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης ἔ­φτα­σε στὴ Μα­λά­ξα καὶ μὲ τὸ ναυ­τι­κὸ κα­νο­κιά­λι ἐ­ρευ­νοῦ­σε τὸ κρη­τι­κὸ πέ­λα­γος γιὰ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τὰ ρού­σι­κα κα­ρά­βια ποὺ πε­ρί­με­νε. Λί­γες μέ­ρες πρὶν εἶ­χε ἀ­παν­τή­σει μὲ ἕ­να «Μο­λῶν Λα­βὲ» στοὺς ἀ­πε­σταλ­μέ­νους τῶν Τούρ­κων, ἱ­ε­ρω­μέ­νους, ποὺ ἔ­φερ­ναν πρό­τα­ση συν­δι­αλ­λα­γῆς: «Κα­τ’ οὐ­δέ­να τρό­πον ἠ­συ­χά­ζο­μεν!»
Τὸ τουρ­κι­κὸ κρά­τος, βα­ρυ­κί­νη­το ὡς συ­νή­θως, ἄρ­γη­σε κά­πως νὰ ἀν­τι­δρά­σει. Ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ Μπα­τζε­λιοῦ ὅ­τι «Στσ’ εἴ­κο­σι­ε­ξε τ’ Ἀ­πρι­λιοῦ, πρι­χοὺ ση­κώ­σει ἡ μέ­ρα - μπαί­νουν οἱ Τοῦρ­κοι στὰ Σφα­κιὰ μὲ τὸ σπα­θὶ στὴ χέ­ρα» εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­να­κρι­βής. Ὁ σουλ­τά­νος εἶ­χε πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ἀ­πὸ τὶς 10 Ἀ­πρι­λί­ου τὶς κι­νη­το­ποι­ή­σεις τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ κι­νη­θεῖ χω­ρὶς νὰ ἐ­ξα­κρι­βώ­σει τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ες. Στὶς 7 Μα­ΐ­ου τοῦ 1770 ἔ­φτα­σε στὸ Με­γά­λο Κά­στρο αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ φιρ­μά­νι ποὺ ὅ­ρι­ζε: «Ἂν ἑ­ξα­κρι­βώ­ση­τε ὅ­τι πράγ­μα­τι οὗ­τοι (οἱ Σφα­κια­νοὶ) τυγ­χά­νου­σι ἐ­πα­να­στά­τες καὶ στα­σια­στές, ἐ­νι­σχύ­ουν δὲ τοὺς ἐ­χθρούς τῆς πί­στε­ως καὶ προ­βαί­νουν εἰς πρά­ξεις ἀ­να­τρε­πτι­κὰς... τό­τε πάν­τες ὑ­μεῖς ἐν ὁ­μο­φω­νί­α ἐκ­στρα­τεύ­σα­τε ἐ­ναν­τί­ον τους καὶ προ­βῆ­τε εἰς τὴν σφα­γὴν καὶ τὸν ἀ­φα­νι­σμὸν αὐ­τῶν...».
Στὸ με­τα­ξὺ οἱ ἐ­πα­να­στά­τες ἐ­ξόν­τω­ναν τοὺς Κρη­τό­τουρ­κους τοῦ κάμ­που καὶ τὶς φρου­ρὲς τῶν μι­κρῶν πύρ­γων.
Κα­τὰ τὰ τουρ­κι­κὰ ἀρ­χεῖ­α, στὶς 28 Μα­ΐ­ου ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ στρα­τοῦ ποὺ εἶ­χε ἐν­το­λὴ νὰ χτυ­πή­σει τοὺς ἐ­πα­να­στά­τες ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι οἱ προ­σπά­θει­ές του νὰ ἡ­συ­χά­σει τοὺς Σφα­κια­νοὺς ἀ­πέ­τυ­χαν. Ὁ ἡ­γού­με­νος τοῦ Πρέ­βε­λη καὶ ὁ ἐ­πί­σκο­πος Ἀρ­κα­δί­ας (Με­σα­ρᾶς) ποὺ ἔ­στει­λε γιὰ συμ­φω­νί­ες ἐκ­δι­ώ­χθη­καν ἀ­πὸ τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Οἱ μά­χες μὲ τὸν στρα­τὸ ποὺ συγ­κεν­τρώ­θη­κε στὶς Βρύ­σες ἄρ­χι­σαν τὶς ὕ­στε­ρες μέ­ρες τοῦ Μα­ΐ­ου. Οἱ τουρ­κι­κὲς δυ­νά­μεις χτυ­ποῦ­σαν τὰ Σφα­κιὰ ἀ­πὸ δύ­ο μέ­ρη. Ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­το­λι­κὴ δι­ά­βα­ση, πε­ρι­ο­χὴ Τσι­λί­βδι­κα - Καλ­λι­κρά­της. Καί, κα­τὰ μέ­τω­πον, ἀ­πὸ τὴν Κρά­πη πρὸς Ξυ­λό­δε­μα. Οἱ συγ­κρού­σεις συ­νε­χί­ζον­ταν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ τὸ αἷ­μα πλημ­μύ­ρι­ζε τὰ αἰχ­μη­ρὰ βου­νὰ καὶ τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ λαγ­κά­δι τοῦ Κα­τρέ. Οἱ πρῶ­τοι νε­κροὶ ὅ­μως δὲν ἦ­ταν οὔ­τε Τοῦρ­κοι, οὔ­τε ἐ­πα­να­στά­τες. Ἦ­ταν Χρι­στια­νοὶ ἄ­μα­χοι ποὺ οἱ Τοῦρ­κοι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν γιὰ με­τα­φο­ρεῖς, -σα­κου­λι­έ­ρη­δες- καὶ τοὺς ἔ­στη­ναν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ δι­κά τους τμή­μα­τα γιὰ νὰ δε­χθοῦν πρῶ­τοι τὰ πυ­ρὰ τῶν ἐ­πα­να­στα­τῶν.

Οἱ Τοῦρ­κοι εἰ­σβάλ­λουν

Ἡ ὑ­πε­ρο­χὴ τῶν Τούρ­κων σὲ ἀ­ριθ­μὸ καὶ ἡ ἀ­που­σί­α βο­ή­θειας ἀ­νάγ­κα­σαν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη νὰ ἀ­να­δι­πλω­θεῖ στὰ βου­νὰ καὶ τὰ πε­ρά­σμα­τα. Ὁ ἀρ­χη­γός, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­πα­τη­λὴ στά­ση τῶν Ρώ­σων, συγ­κέν­τρω­σε ὅ­λα τὰ τμή­μα­τα στὶς πύ­λες τῶν Σφα­κι­ῶν. Ὁ Τοῦρ­κος σε­ρα­σκέ­ρης ἀ­να­φέ­ρει γρα­πτῶς στὸν πα­σὰ τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου τὴν 20ή τοῦ μη­νὸς Σα­φέρ, 1184, δη­λα­δὴ τὴν 6η Ἰ­ου­νί­ου 1770 ὅ­τι «ὁ στρα­τὸς ἔ­φθα­σε εἰς τὴν ἐ­παρ­χί­αν Σφα­κί­ων» καὶ ἐ­πε­τέ­θη «κα­τὰ τῶν λη­στῶν» μὲ τη­λε­βό­λα, του­φέ­κια καὶ λοι­πὰ πο­λε­μι­κὰ ὄρ­γα­να (;) κα­τα­σφά­ζων καὶ ἐ­ξο­λο­θρεύ­ων αὐ­τούς».
Ὁ ἀ­γώ­νας ἦ­ταν σκλη­ρὸς καὶ ἄ­νι­σος. Ἀλ­λὰ ὁ τό­πος εὐ­νο­οῦ­σε τοὺς ἐ­πα­να­στά­τες. Οἱ Τοῦρ­κοι ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρά­σουν ἀ­πὸ φα­ράγ­για καὶ ἄ­νυ­δρα βου­νά. Οἱ Σφα­κια­νοὶ τοὺς πε­ρί­με­ναν παν­τοῦ, τοὺς αἰφ­νι­δί­α­ζαν, κυ­λοῦ­σαν ἀ­κό­μη καὶ βρά­χους ἀ­πὸ τὶς πλα­γι­ὲς καὶ τοὺς ἀ­πο­δε­κά­τι­ζαν. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες ποὺ προ­χω­ροῦ­σαν συν­τε­ταγ­μέ­νοι μα­ζὶ μὲ τὰ ὑ­πο­ζύ­για δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­μυν­θοῦν σ’ αὐ­τὴ τὴν πρω­το­φα­νὴ μορ­φὴ πο­λέ­μου. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν. Δί­ψα καὶ ζέ­στη βα­σά­νι­ζε τοὺς εἰ­σβο­λεῖς. Οἱ Σφα­κια­νοὶ ἔ­δι­δαν καὶ μά­χες «ἐκ πα­ρα­τά­ξε­ως» στὴν εἴ­σο­δο κά­θε χω­ριοῦ. Οἱ Τοῦρ­κοι περ­νοῦ­σαν ἀ­φή­νον­τας ἑ­κα­τον­τά­δες νε­κροὺς στὰ λαγ­κο­πε­ρά­μα­τα καὶ στὰ πο­ρο­φά­ραγ­γα.
Ἱ­στο­ρι­κοὶ μι­λοῦν γιὰ χι­λιά­δες νε­κρούς. Οἱ Σφα­κια­νοὶ φόρ­τω­σαν τὰ μι­σὰ γυ­ναι­κό­παι­δα στὰ κα­ρά­βια καὶ τὰ ἄλ­λα τὰ κα­τέ­βα­σαν στὰ φα­ράγ­για. Καὶ ἀ­φοῦ ὑ­πε­ρά­σπι­σαν μὲ ἡ­ρω­ι­σμὸ καὶ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο οἰ­κι­σμό, ἄρ­χι­σαν τὸν φο­νι­κὸ κλε­φτο­πό­λε­μο. Ὅ­μως σὲ μί­α ἐ­πι­δρο­μὴ στὸ Λου­τρὸ οἱ Τοῦρ­κοι αἰχ­μα­λώ­τι­σαν τὴν πρώ­τη κό­ρη τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, τὴ Μα­ρί­α, ἀ­πὸ κα­κὴ συ­νεν­νό­η­ση μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους τοῦ πα­τέ­ρα της. Καὶ ὁ Δά­σκα­λος πι­κρά­θη­κε. Οἱ Τοῦρ­κοι μα­ζεύ­τη­καν χα­μη­λὰ καὶ στρα­το­πέ­δευ­σαν στὸ Φραγ­κο­κά­στελ­λο ὅ­που ὑ­πάρ­χει νε­ρὸ για­τί οἱ Σφα­κια­νοὶ δη­λη­τη­ρί­α­σαν ὅ­λα τὰ πη­γά­δια τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Καὶ ἀ­πὸ κεῖ μὲ ἐ­πι­δρο­μὲς καὶ ἐ­νέ­δρες προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ συλ­λά­βουν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Ἡ ἐν­το­λὴ τοῦ πα­σᾶ ἦ­ταν ρη­τή: Νὰ συλ­λη­φθεῖ ζων­τα­νὸς ὁ ἀρ­χη­γός. Ἀλ­λι­ῶς ὁ στρα­τός, πα­ρὰ τὶς ἀ­πώ­λει­ες καὶ τὶς δα­πά­νες, δὲν θὰ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιά.
Ἀλ­λὰ καὶ οἱ Σφα­κια­νοὶ βρί­σκον­ταν σὲ τρα­γι­κὴ θέ­ση. Ὅ­λα τὰ χω­ριὰ κα­μέ­να. Τὰ κο­πά­δια, τὰ σπί­τια, οἱ σο­δει­ὲς λε­η­λα­τη­μέ­νες. Καὶ ἔ­φτα­ναν οἱ ψυ­χρὲς μέ­ρες τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου. Σὲ λί­γο θὰ κα­τέ­βαι­ναν χι­ό­νια στὰ βου­νά. Οἱ θά­λασ­σες θὰ ἀ­γρί­ευ­αν. Τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα θὰ ἀ­φα­νί­ζον­ταν. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ τρο­με­ρὸ κλί­μα, ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δε­χθεῖ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τά­σεις τῶν πα­σά­δων. Οἱ κή­ρυ­κες κραύ­γα­ζαν κά­θε μέ­ρα:
- Ἂν πα­ρα­δο­θεῖ ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης, ἐ­μεῖς θὰ φύ­γου­με ἀ­πὸ τὰ Σφα­κιὰ καὶ θὰ χο­ρη­γή­σου­με γε­νι­κὴ ἀ­μνη­στί­α. Ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης θὰ κρα­τη­θεῖ γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα σὰν ἐγ­γύ­η­ση ὅ­τι δὲν θὰ συ­νε­χι­σθεῖ ἡ ἐ­πα­νά­στα­ση!

Ὁ Δά­σκα­λος πα­ρα­δί­δε­ται

Οἱ προ­τά­σεις τῶν Τούρ­κων ἴ­σως ἐ­πη­ρέ­α­σαν καὶ κά­ποι­ους ἀ­μά­χους ποὺ βα­σα­νί­ζον­ταν στὰ σπή­λαι­α μὲ μύ­ρι­ες στε­ρή­σεις. Τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ὁ Δα­σκα­λο­γιά­ννης μά­θαι­νε τὴ συν­τρι­βὴ τοῦ ση­κω­μοῦ στὸν Μο­ριά. Ἐλ­πί­δα δὲν ὑ­πῆρ­χε. Γνώ­ρι­ζε βέ­βαι­α ὅ­τι οἱ Τοῦρ­κοι θὰ τὸν σκό­τω­ναν. Ἀλ­λὰ σὰν ὑ­πεύ­θυ­νος ἡ­γέ­της σκε­πτό­ταν κα­τὰ τὸν ποι­η­τή:
«Ὁ πο­θα­μός μου στὰ Σφα­κιὰ πο­λὺ κα­λὸ θὰ φέ­ρει,
για­τί ὁ χει­μώ­νας ἔρ­χε­ται, πά­ει τὸ κα­λο­καί­ρι».
Τε­λι­κά, πα­ρὰ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν πρω­το­κα­πε­τά­νι­ων του, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πα­ρα­δο­θεῖ. Τὸν συ­νό­δευ­σαν μά­λι­στα τι­μη­τι­κὰ καὶ ἀρ­κε­τοὶ ἀ­πὸ τοὺς συν­τρό­φους του ὡς τὰ σύ­νο­ρα τῶν Σφα­κι­ῶν. Ἀλ­λὰ οἱ Τοῦρ­κοι τοὺς πα­γί­δευ­σαν ὅ­λους καὶ τοὺς ὁ­δή­γη­σαν στὸ Με­γά­λο Κά­στρο.
Οἱ Τοῦρ­κοι ὅ­σον και­ρὸ κρα­τοῦ­σαν τὸν Δα­σκα­λο­γιά­ννη προ­σπά­θη­σαν χω­ρὶς ἐ­πι­τυ­χί­α νὰ πα­γι­δεύ­σουν καὶ τὸν τρί­το ἀ­δελ­φό του καὶ νὰ βά­λουν στὸ χέ­ρι τοὺς... θη­σαυ­ροὺς τοῦ ἀρ­χη­γοῦ. Οἱ σύν­τρο­φοι τοῦ Δα­σκά­λου ποὺ τὸν συ­νό­δευ­σαν στὴν ἀ­πα­τη­λὴ συμ­φω­νί­α βα­σα­νί­ζον­ταν στὸν λι­μα­νό­πυρ­γο τοῦ Κά­στρου, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ ὅ­σοι ἐ­πέ­ζη­σαν δρα­πέ­τευ­σαν.
Ἕ­να ἔγ­γρα­φο τοῦ πα­σᾶ, γραμ­μέ­νο στὶς 18 Μαρ­τί­ου τοῦ 1771 (3 Ζηλ­κα­δὲ 1184), μι­λεῖ γιὰ πέν­τε Σφα­κια­νοὺς ποὺ ἦρ­θαν σὰν ἀν­τι­πρό­σω­ποι «τῶν με­τὰ τὴν ἥτ­ταν δι­α­σω­θέν­των μι­κρῶν καὶ με­γά­λων τῆς ἐ­παρ­χί­ας Σφα­κί­ων» καὶ προ­στά­ζει τοὺς Τούρ­κους ἀ­ξι­ω­μα­τού­χους νὰ τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­σουν τοὺς πα­ρα­κά­τω ὅ­ρους, στὸ Ἱ­ε­ρο­δι­κα­στι­κὸ Συμ­βού­λιο: Νὰ πλη­ρώ­σουν τοὺς φό­ρους. Νὰ πα­ρα­δώ­σουν τὰ ὅ­πλα τους. Νὰ πα­ρα­δο­θοῦν οἱ πρω­τερ­γά­τες τοῦ ση­κω­μοῦ. Νὰ μὴ συ­νερ­γά­ζον­ται μὲ τοὺς πει­ρα­τὲς καὶ τοὺς χα­ΐ­νη­δες (ἀν­τάρ­τες) καὶ νὰ συλ­λά­βουν ὅ­σους μπο­ροῦν ἀ­π’ αὐ­τούς, ἢ νὰ τοὺς δι­ώ­ξουν ἀ­πὸ τὰ βου­νά τους γιὰ νὰ μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἐ­ξον­τώ­σουν οἱ Τοῦρ­κοι. Νὰ μὴν ἐ­πι­δι­ορ­θώ­νουν τὶς ἐκ­κλη­σί­ες τους χω­ρὶς ἄ­δεια καὶ νὰ μὴ χτί­ζουν και­νούρ­γι­ες. Νὰ μὴ φο­ροῦν τούρ­κι­κα ροῦ­χα, νὰ μὴ χτί­ζουν ψη­λὰ σπί­τια, νὰ ἀ­πέ­χουν ἀ­πὸ πο­λε­μι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ θρη­σκευ­τι­κὲς ἐ­πι­δεί­ξεις. Καὶ «πάν­τες οἱ προ­λα­βόν­τως αἰχ­μά­λω­τοι καὶ ἐ­ξαν­δρα­πο­δι­σθέν­τες, Μου­σουλ­μά­νοι καὶ μή, οἱ κα­τα­φυ­γόν­τες ἐν­τεῦ­θεν εἰς τὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ­να, νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν ἄ­νευ τα­λαι­πω­ρι­ῶν εἰς τοὺς κα­τό­χους των».
Αὐ­τὸς ὁ τε­λευ­ταῖ­ος ὅ­ρος εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νος καὶ κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει με­ρι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες τοῦ λα­οῦ γιὰ τὶς κοι­νω­νι­κὲς πε­ποι­θή­σεις τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη: Γιὰ ἐ­λευ­θέ­ρω­ση τῶν σκλά­βων ὅ­λων, γιὰ δι­και­ο­σύ­νη καὶ ἰ­σό­τη­τα. Εἶ­ναι τό­σο ἰ­σχνὲς οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τές, ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ ἀ­να­στη­θοῦν, μὲ ὅ­ση κα­λὴ δι­ά­θε­ση. Ὁ Δά­σκα­λος, ὡ­στό­σο, τα­ξί­δευ­ε στὴν Εὐ­ρώ­πη συ­χνὰ καὶ τὰ χρό­νια ἐ­κεῖ­να ὅ­λα τὰ ἀ­στι­κὰ κέν­τρα της φλέ­γον­ταν ἀ­πὸ τὶς «και­νούρ­γι­ες ἰ­δέ­ες». Δὲν εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο, λοι­πόν...
Ἡ δι­α­τα­γὴ τοῦ πα­σᾶ, μὲ τοὺς νέ­ους ὅ­ρους, δί­δει ὁ­δη­γί­ες στὸν μου­φτὴ νὰ ἀ­να­κοι­νώ­σει «πάν­τα ταῦ­τα εἰς τοὺς ὡς εἴ­ρη­ται ἰ­σχυ­ρο­γνώ­μο­νας καὶ νὰ ἀ­πο­δε­χθῶ­σιν ὑ­πὸ τοὺς ὅ­ρους τού­τους τὴν ὑ­πο­τέ­λειαν... νὰ ὑ­πο­δεί­ξω­σι τοὺς ἐγ­γυ­η­τὰς των κλπ.». Τοὺς ἀ­πο­δέ­χθη­καν, δὲν τοὺς ἀ­πο­δέ­χθη­καν, δὲν ξέ­ρου­με. Μὰ καὶ δὲν ἔ­χει κα­μιὰ ση­μα­σί­α ἡ ὑ­πο­γρα­φὴ τῶν πέν­τε αὐ­τῶν, ἀ­φοῦ τέσ­σε­ρα χρό­νια ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­ση τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη, τὰ Σφα­κιᾶ εἶ­ναι «ἐ­πὶ πο­δὸς πο­λέ­μου» ἀ­κό­μη καὶ δὲν ξέ­ρου­με ἂν στα­μά­τη­σε πο­τὲ ἀ­πὸ τό­τε ἡ ἀν­ταρ­σί­α.

Τὸν ἔ­γδα­ραν ζων­τα­νὸ

Στὶς 17 Ἰ­ου­νί­ου 1771 τὸ πρω­ί, ὁ πα­σὰς φώ­να­ξε ἕ­να βάρ­βα­ρο γε­νί­τσα­ρο, εἰ­δι­κὸ στοὺς βα­σα­νι­σμούς, καὶ τοῦ πα­ρά­δω­σε τὸν Δά­σκα­λο.
- Θέ­λω τὸ θά­να­το σκλη­ρὸ καὶ στὴ με­γά­λη πλα­τεί­α.
Ὁ «εἰ­δι­κὸς» κά­λε­σε σὲ σύ­σκε­ψη τὴν πα­ρέ­α του καὶ βρῆ­καν τὸν τρό­πο ποὺ θὰ σκό­τω­ναν τὸν Δά­σκα­λο. Τὸν ἔ­συ­ραν στοὺς δρό­μους. Μα­ζεύ­τη­καν τὰ μπου­λού­κια ἀ­π’ ὅ­λες τὶς γει­το­νι­ές. Ἄ­κου­σαν οἱ Χρι­στια­νοὶ τὴ βο­ὴ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις ἄ­κρες τῆς πο­λι­τεί­ας καὶ μαν­τά­λω­σαν τὰ σπί­τια τους. Οἱ φο­νιά­δες ξε­κί­νη­σαν γιὰ τὴν πλα­τεί­α τῆς ἀ­να­το­λι­κῆς πύ­λης τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου. Ἂκ Με­ϊ­τᾶν τὴν ἔ­λε­γαν οἱ Τοῦρ­κοι. Μπρο­στὰ ἔ­σερ­ναν τὸν μελ­λο­θά­να­το καὶ πί­σω ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ἄ­γριοι καὶ πο­λε­μι­κοί, οἱ ἡ­ρω­ι­κοὶ γ­ενί­τσα­ροι, ἕ­τοι­μοι νὰ δεί­ξουν τὴν ἀν­δρεί­α τους πά­νω στὸν δε­μέ­νο Δα­σκα­λο­γιά­ννη. Ἦρ­θαν μα­ραγ­κοί, ἔμ­πη­ξαν τέσ­σε­ρις πασ­σά­λους στὸ χῶ­μα, κάρ­φω­σαν σα­νί­δες κι ἔ­κα­ναν ἕ­να κά­θι­σμα ψη­λό.
- Γιά­ε ποὺ θὰ σὲ κά­τσω, Δά­σκα­λε. Στὸ θρό­νο, σὰν τὸ μη­τρο­πο­λί­τη, ἔ­λε­γε ὁ δή­μιος.
Ὁ Δά­σκα­λος ἄ­κου­ε καὶ δὲ μι­λοῦ­σε. Εἶ­χε τὸ κε­φά­λι ἴ­σιο ὅ­σο γι­νό­ταν. Κεί­νη τὴν ὥ­ρα, στὴν πλα­τεί­α τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου, ἔνι­ω­θε πὼς κρι­νό­ταν ἡ Κρή­τη στὸ πρό­σω­πό του κι ἔ­κα­νε κου­ρά­γιο κι ἕ­σφιγ­γε τὰ δόν­τια του νὰ μὴν τὴν προ­σβά­λει. Μὲ τὸν φρι­χτὸ θά­να­το ποὺ τοῦ ἑ­τοί­μα­ζαν οἱ Τοῦρ­κοι, λο­γά­ρι­α­ζαν πὼς θὰ γε­λοι­ο­ποι­οῦ­σαν τὸν πρῶ­το ἐ­πα­να­στά­τη τῆς Κρή­της. Αὐ­τὸ τὸ κα­τα­λά­βαι­νε ὁ Δά­σκα­λος. Καὶ μά­ζευ­ε τὴ δύ­να­μή του νὰ δώ­σει τὴν ὕ­στε­ρη μά­χη.
Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ὁ «θρό­νος» τὸν σή­κω­σαν καὶ τὸν κά­θι­σαν ἐ­πά­νω. Τοῦ ’­δε­σαν χέ­ρια καὶ πό­δια. Τοῦ ’­δε­σαν καὶ τὸ κορ­μὶ γε­ρὰ νὰ μὴ μπο­ρεῖ νὰ κι­νη­θεῖ! Καὶ σάλ­πι­σαν.
Τό­τε ἦρ­θε ἕ­νας γ­ε­νί­τσα­ρος μὲ ξυ­ρά­φι στὸ χέ­ρι. Ἀ­νέ­βη­κε στὸν «θρό­νο», ἅρ­πα­ξε τὸν μάρ­τυ­ρα ἀ­π’ τὰ μαλ­λιὰ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸν γδέρ­νει σι­γὰ-σι­γά, μα­στο­ρι­κά, σὰν νὰ τὸν ξύ­ρι­ζε. Ἔ­κο­βε λου­ρί­δες ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μέ­χρι τὸ στῆ­θος κι ὕ­στε­ρα ἄλ­λες πρὸς τὴν ὠ­μο­πλά­τη. Φρι­κί­α­σε ὁ ὄ­χλος νὰ δεῖ τέ­τοι­ο θέ­α­μα. Πή­δη­ξαν τὰ αἵ­μα­τα καὶ γέ­μι­σαν τὰ χέ­ρια τῶν δη­μί­ων. Ὁ «εἰ­δι­κὸς» ἔ­παιρ­νε τὶς λου­ρί­δες καὶ τὶς πε­τοῦ­σε πά­νω στὸ πλῆ­θος:
- Τζάμ­πα πε­τσὶ γιὰ τὰ στι­βά­νια σας!
Ἐ­κεῖ­νο, ὅ­μως, ποὺ πε­ρί­με­ναν οἱ Τοῦρ­κοι ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χοι, δὲν ἔ­γι­νε. Μά­ται­α λο­γα­ρί­α­ζαν πὼς ὁ Δά­σκα­λος θὰ οὔρ­λι­α­ζε, θὰ ’­κλαι­γε, θὰ γύ­ρευ­ε ἔ­λε­ος. Ἐ­κεῖ­νος πά­λευ­ε σὰν ἄν­τρας πε­ρή­φα­νος μὲ τοὺς φο­βε­ροὺς πό­νους. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ ξυ­ρά­φι ἔ­κο­βε τὸ κορ­μί του, ἀ­κου­γό­ταν ἕ­να πνι­χτὸ μουγ­κρη­τό. Τί­πο­τε ἄλ­λο.

Ἡ ἐκ­δί­κη­ση

Ὁ ὄ­χλος ἐ­κνευ­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὴν ἀν­το­χή του. Ἔνι­ω­θαν πὼς τοῦ­τος ὁ γκι­α­ού­ρης πε­ρι­φρο­νοῦ­σε τὸν θά­να­το καὶ τοὺς δη­μί­ους του, κέρ­δι­ζε μί­α κρα­τε­ρὴ μά­χη μέ­σα στὴν καρ­διὰ τοῦ Με­γά­λου Κά­στρου καὶ ἀ­πο­θη­ρι­ώ­θη­καν. Ὕ­βρι­σαν τὸν Χρι­στὸ καὶ τοὺς Κρη­τι­κοὺς καὶ ἀ­πεί­λη­σαν γε­νι­κὴ σφα­γὴ γιὰ μί­α στιγ­μή.
Ἕ­νας Τοῦρ­κος, ὁ Χα­σᾶν Μα­ρά­ζης, δι­η­γή­θη­κε σὲ βα­θιὰ γε­ρά­μα­τα, τὴν ἐν­τύ­πω­ση ποὺ τοῦ ’­κα­νε ὁ ἡ­ρω­ι­κὸς θά­να­τος τοῦ Δα­σκά­λου. Ἦ­ταν τό­τε νέ­ος καὶ φα­να­τι­κός. Ἔ­βλε­πε τὸν κα­πε­τά­νιο νὰ πα­λεύ­ει συγ­κρα­τη­μέ­νος μὲ τὰ βα­σα­νι­στή­ρια καὶ τρό­μα­ξε: «Αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ἄν­θρω­πος, μὰ τὴν πί­στη μου».
Τὸ βρά­δυ, λέ­ει, ὅ­ταν γύ­ρι­ζε στὸ σπί­τι του, νό­μι­ζε πὼς τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ ἡ σκιὰ τοῦ ἥ­ρω­α, ἐκ­δι­κη­τι­κή. Καὶ ὄ­χι μό­νο αὐ­τός. Ὅ­λοι οἱ Τοῦρ­κοι, ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸ κα­κούρ­γη­μα καὶ γύ­ρι­ζαν στὰ σπί­τια τους, ἔ­νι­ω­θαν σὰν ἡτ­τη­μέ­νοι. Μό­λις προ­χώ­ρη­σε τὸ ξυ­ρά­φι στὸ κορ­μὶ τοῦ Δα­σκά­λου, ἡ βα­σα­νι­σμέ­νη ψυ­χὴ του βγῆ­κε καὶ πο­ρεύ­τη­κε πρὸς τὸν Θε­ὸ της ἤ­ρε­μη καὶ πε­ρή­φα­νη. Οἱ δή­μιοι, ὅ­μως, συ­νέ­χι­σαν καὶ με­τὰ τὸν θά­να­τό του νὰ κό­βουν τὸ δέρ­μα τοῦ νε­κροῦ καὶ νὰ τὸ πε­τοῦν στὸν ὄ­χλο.
Γιὰ νὰ πι­στέ­ψουν πὼς πέ­θα­νε τὸν ἄ­φη­σαν πά­νω στὰ ξύ­λα, δύ­ο μέ­ρες, νὰ τὸν σα­πί­σει ὁ κα­λο­και­ρι­νὸς ἥ­λιος. Ὕ­στε­ρα ἔ­βα­λαν δύ­ο ρα­γιά­δες καὶ τὸν ἔ­θα­ψαν σ’ ἕ­να λάκ­κο, μί­α δε­κα­ριὰ βή­μα­τα νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὰ ἀ­πὸ τὴ γω­νί­α τῆς Ἂκ-Τάμ­πιας. Ἐ­κεῖ σκέ­πα­σε τὸ λεί­ψα­νό του τὸ χῶ­μα τοῦ Κά­στρου κι ἡ λη­σμο­νιά.
Ἡ εἴ­δη­ση τοῦ μαρ­τυ­ρι­κοῦ θα­νά­του τοῦ Δα­σκα­λο­γιά­ννη συγ­κλό­νι­σε τὰ Σφα­κιὰ. Οἱ κα­πε­τά­νιοι, ποὺ ἔ­μει­ναν μὲ τὸ του­φέ­κι στὰ χέ­ρια πά­νω στὰ ἐ­ρεί­πια, ὁρ­κί­στη­καν ἐκ­δί­κη­ση.
Συ­νέ­χι­σαν τὶς ἐ­πι­δρο­μὲς κα­τὰ τῶν ἀ­γά­δων καὶ τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­ξόν­τω­σαν καὶ τὸν πα­νί­σχυ­ρο Ἀ­λη­δά­κι καὶ τὶς ἑ­κα­τον­τά­δες τῶν ἀν­θρώ­πων του πυρ­πο­λών­τας τὸν πύρ­γο του καὶ κα­τα­στρέ­φον­τας τὰ ὑ­πο­στα­τι­κά του. Ἀ­πὸ τό­τε τὸ ἡ­ρω­ι­κὸ πνεῦ­μα δὲν ἔ­πε­σε στὰ Σφα­κιά. Με­ρι­κοὶ σύν­τρο­φοί του ἔ­φτα­σαν γέ­ρον­τες ἀλ­λὰ σο­φοὶ καὶ γεν­ναῖ­οι ὡς τὸ δε­κά­χρο­νο κρη­τι­κὸ ’21 καὶ πρό­σφε­ραν συμ­βου­λὲς καὶ αἷ­μα. Ἡ θυ­σί­α τοῦ Δά­σκα­λου δὲν πῆ­γε χα­μέ­νη...
ἀ­πὸ http://www.kairatos.com.gr/daskalogianis.htm