Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Καλλιπάτειρα



«Ἀρχόντισσα Ροδίτισσα, πῶς μπῆκες;
Γυναῖκες διώχνει μιὰ συνήθεια ἀρχαία
ἐδῶθε.» «Ἔχω ἕνα ἀνίψι, τὸν Εὐκλέα, 
τρία ἀδέρφια, γιό, πατέρα, Ὀλυμπιονίκες·
νὰ μὲ ἀφήσετε πρέπει, Ἑλλανοδίκες,
κι ἐγὼ νὰ καμαρώσω μὲς τὰ ὡραῖα
κορμιά, ποὺ γιὰ τὸ ἀγρίλι τοῦ Ἡρακλέα
παλεύουν, θαυμαστὲς ψυχὲς ἀντρίκειες.
Μὲ τὲς ἄλλες γυναῖκες δὲν εἶμ᾿ ὅμοια·
στὸν αἰῶνα τὸ σόι μου θὰ φαντάζει
μὲ τῆς ἀντρειᾶς τ᾿ ἀμάραντα προνόμια·
μὲ μάλαμα γραμμένο τὸ δοξάζει
σὲ ἀστραφτερὸ κατεβατὸ μαρμάρου
ὕμνος χρυσός, τοῦ ἀθάνατου Πινδάρου.»

Λορέντζος Μαβίλης


φωτογραφία:Λ. Μαβίλη  - Αρχείο ΕΛΙΑ

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

ἡ 25η ὥρα



Ὁ χρόνος εἶχε κάποτε εὐρυχωρία.
Δικά μου πρωϊνά ποὺ δὲ μοῦ τά ‘παιρνε κανείς,
πάμφωτα μεσημέρια ποὺ μὲ βασάνιζε ἡ ὑποχρέωση
ἄθελου ὕπνου, γεμάτα ἀπογεύματα,
καὶ νύχτες ἔνυπνες, ἐνόνειρες.
Σιγά – σιγά, ἄρχισαν νὰ μὲ κλέβουν.
Μοῦ ζήτησαν κάποια μικρὴ ἐξυπηρέτηση.
Ἁπλόχερα τὴν ἔδωσα. « Ἔχετε λίγη ὥρα γιά…»
«Θὰ σᾶς ἀνταμείψω..»
Δὲ μ’ ἔνοιαζε ἡ άνταμοιβή, ἡ ἀνταπόδοση.
Ἔδωσα ὧρες ἀφειδόλεφτα , ἔδωσα πρωϊνά,
ἔδωσα μεσημέρια, ἀπογεύματα,
νύχτες ἀτέλειωτες κι ἄλλες νύχτες,
μέρες ἀτέλειωτες κι ἄλλες μέρες·
ὅταν τέλειωσε ὁ χρόνος ἔδωσα τόπο στὴν ὀργή,
ἔδωσα τὰ σπλάχνα μου, τὸ σῶμα μου,
ἔφτασα στὴν τελευταία μου στιγμή·
ἐκεῖ μὲ περίμενε ὁ ἄγνωστος ἀνταποδότης.
«Πάρε» - εἶπε- «τριάντα δικές μου ὧρες
πολλαπλασίασέ τες καὶ ἆρον τὸν κράβατόν σου».
Ἐπέζησα καὶ μετεωρίζομαι.
Δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε ἄλλο.
Ἔχω συνηθίσει νὰ δίνω.
Δίνω λοιπὸν ὅ,τι ἐλάχιστο ἀπέμεινε.
Δίνω κι ἀναζητῶ ἀπεγνωσμένα
τώρα ποὺ στένεψε ἀσφυκτικὰ ὁ χρόνος
τώρα ποὺ χάθηκαν καὶ οἱ εἰκοσιτέσσερις,
τὴν εἰκοστὴ πέμπτη μου ὥρα·
τῆς  Ἀλήθειας.

Κώστας Μάστρακας  -

Ἀπὸ τὸ

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Τε­λευ­ταῖ­ος Σταθ­μός



Λί­γες οἱ νύ­χτες μὲ φεγ­γά­ρι ποὺ μ᾿ ἀ­ρέ­σαν.
Τ᾿ ἀλ­φα­βη­τά­ρι τῶν ἄ­στρων ποὺ συλ­λα­βί­ζεις
ὅ­πως τὸ φέ­ρει ὁ κό­πος τῆς τε­λει­ω­μέ­νης μέ­ρας
καὶ βγά­ζεις ἄλ­λα νο­ή­μα­τα κι ἄλ­λες ἐλ­πί­δες,
πιὸ κα­θα­ρὰ μπο­ρεῖς νὰ τὸ δι­α­βά­σεις.
Τώ­ρα ποὺ κά­θο­μαι ἄ­νερ­γος καὶ λο­γα­ριά­ζω
λί­γα φεγ­γά­ρια ἀ­πό­μει­ναν στὴ μνή­μη-
νη­σιά, χρῶ­μα Θλιμ­μέ­νης Πα­να­γί­ας, ἀρ­γὰ στὴ χά­ση
ἢ φεγ­γα­ρό­φω­τα σὲ πο­λι­τεῖ­ες τοῦ βο­ριὰ ρί­χνον­τας κά­πο­τε
σὲ τα­ραγ­μέ­νους δρό­μους πο­τα­μοὺς καὶ μέ­λη ἀν­θρώ­πων
βα­ριὰ μί­α νάρ­κη.
Κι ὅ­μως χτὲς βρά­δυ ἐ­δῶ, σὲ τού­τη τὴ στερ­νή μας σκά­λα
ὅ­που προ­σμέ­νου­με τὴν ὥ­ρα τῆ­ς  ἐ­πι­στρο­φῆς μας νὰ χα-
 ­   ρά­ξει
σὰν ἕ­να χρέ­ος πα­λιό, μο­νέ­δα ποὺ ἔ­μει­νε γιὰ χρό­νια
στὴν κά­σα ἑ­νὸς φι­λάρ­γυ­ρου, καὶ τέ­λος
ἦρ­θε ἡ στιγ­μὴ τῆ­ς  πλε­ρω­μῆς κι ἀ­κού­γον­ται
νο­μί­σμα­τα νὰ πέ­φτουν πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι-
σὲ τοῦ­το τὸ τυρ­ρη­νι­κὸ χω­ριό, πί­σω ἀ­πὸ τὴ Θά­λασ­σα τοῦ
 ­   Σα­λέρ­νο
πί­σω ἀ­πὸ τὰ λι­μά­νια τοῦ γυ­ρι­σμοῦ, στὴ­ν  ἄ­κρη
μιᾶς φθι­νο­πω­ρι­νῆς μπό­ρας, τὸ φεγ­γά­ρι
ξε­πέ­ρα­σε τὰ σύν­νε­φα, καὶ γί­ναν
τὰ σπί­τια στὴν ἀν­τί­πε­ρα πλα­γιὰ ἀ­πὸ σμάλ­το.
Σι­ω­πὲς ἀ­γα­πη­μέ­νες τῆ­ς  σε­λή­νης.
Εἶ­ναι κι αὐ­τὸς ἕ­νας εἱρ­μὸς τῆς σκέ­ψης, ἕ­νας τρό­πος
ν᾿ ἀρ­χί­σεις νὰ μι­λᾶς γιὰ πράγ­μα­τα ποὺ ὁ­μο­λο­γεῖς
δύ­σκο­λα, σὲ ὧ­ρες ὅ­που δὲ βα­στᾶς, σὲ φί­λο
ποὺ ξέ­φυ­γε κρυ­φὰ καὶ φέρ­νει
μαν­τά­τα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι κι ἀ­πὸ τοὺς συν­τρό­φους,
καὶ βι­ά­ζε­σαι ν᾿ ἀ­νοί­ξεις τὴ καρ­διά σου
μὴ σὲ προ­λά­βει ἡ ξε­νι­τιὰ καὶ τὸν ἀλ­λά­ξει.
Ἐρ­χό­μα­στε ἀπ᾿ τὴν Ἀ­ρα­πιά, τὴν Αἴ­γυ­πτο τὴν Πα­λαι­στί­νη
   τὴ Συ­ρί­α
τὸ κρα­τί­διο
τῆς Κομ­μα­γη­νῆς πού ῾σβη­σε σὰν τὸ μι­κρὸ λυ­χνά­ρι
πολ­λὲς φο­ρὲς γυ­ρί­ζει στὸ μυα­λό μας,
καὶ πο­λι­τεῖ­ες με­γά­λες ποὺ ἔ­ζη­σαν χι­λιά­δες χρό­νια
κι ἔ­πει­τα ἀ­πό­μει­ναν τό­πος βο­σκῆς γιὰ τὶς γκα­μοῦ­ζες
χω­ρά­φια γιὰ ζα­χα­ρο­κά­λα­μα καὶ κα­λαμ­πό­κια.
Ἐρ­χό­μα­στε ἀπ᾿ τὴν ἄμ­μο τῆ­ς  ἔ­ρη­μος ἀπ᾿ τὶς Θά­λασ­σες τοῦ
 ­   Πρω­τέ­α,
ψυ­χὲς μα­ραγ­κι­α­σμέ­νες ἀ­πὸ δη­μό­σι­ες ἁ­μαρ­τί­ες,
κα­θέ­νας κι ἕ­να ἀ­ξί­ω­μα σὰν τὸ που­λὶ μὲς στὸ κλου­βί του.
Τὸ βρο­χε­ρὸ φθι­νό­πω­ρο σ᾿ αὐ­τὴ τὴ γού­βα
κα­κο­φορ­μί­ζει τὴν πλη­γὴ τοῦ κα­θε­νός μας
ἢ αὐ­τὸ ποὺ θἄ ῾λε­γες ἀλ­λι­ῶς, νέ­με­ση μοί­ρα
ἢ μο­να­χὰ κα­κὲς συ­νή­θει­ες, δό­λο καὶ ἀ­πά­τη,
ἢ ἀ­κό­μη ἰ­δι­ο­τέ­λεια νὰ καρ­πω­θεῖς τὸ αἷ­μα τῶν ἄλ­λων.
Εὔ­κο­λα τρί­βε­ται ὁ ἄν­θρω­πος μὲς στοὺς πο­λέ­μους-
ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μα­λα­κός, ἕ­να δε­μά­τι χόρ­το-
χεί­λια καὶ δά­χτυ­λα ποὺ λα­χτα­ροῦν ἕ­να ἄ­σπρο στῆ­θος
μά­τια ποὺ μι­σο­κλεί­νουν στὸ λαμ­πύ­ρι­σμα τῆς μέ­ρας
καὶ πό­δια ποὺ θὰ τρέ­χα­νε, κι ἂς εἶ­ναι τό­σο κου­ρα­σμέ­να,
στὸ πα­ρα­μι­κρὸ σφύ­ριγ­μα τοῦ κέρ­δους.
Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μα­λα­κὸς καὶ δι­ψα­σμέ­νος σὰν τὸ χόρ­το,
ἄ­πλη­στος σὰν τὸ χόρ­το, ρί­ζες τὰ νεῦ­ρα του κι ἀ­πλώ­νουν-
σὰν ἔρ­θει ὁ Θέ­ρος
προ­τι­μᾶ νὰ σφυ­ρί­ξουν τὰ δρε­πά­νια στ᾿ ἄλ­λο χω­ρά­φι-
σὰν ἔρ­θει ὁ Θέ­ρος
ἄλ­λοι φω­νά­ζου­νε γιὰ νὰ ξορ­κί­σουν τὸ δαι­μο­νι­κὸ
ἄλ­λοι μπερ­δεύ­ουν­ται μὲς στ᾿ ἀ­γα­θά τους,  ἄλ­λοι  ρη­το-
 ­   ρεύ­ουν.
Ἀλ­λὰ τὰ ξόρ­κια τ᾿ ἀ­γα­θὰ τὶς ρη­το­ρεῖ­ες,
σὰν εἶ­ναι οἱ ζων­τα­νοὶ μα­κριά, τί θὰ τὰ κά­νεις;
Μή­πως ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἄλ­λο πράγ­μα;
Μὴν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ με­τα­δί­νει τὴ ζω­ή;
Και­ρὸς τοῦ σπεί­ρειν, και­ρὸς τοῦ θε­ρί­ζειν.
Πά­λι τὰ ἴ­δια καὶ τὰ ἴ­δια, θὰ μοῦ πεῖς, φί­λε.
Ὅ­μως τὴ σκέ­ψη τοῦ πρό­σφυ­γα τὴ σκέ­ψη τοῦ αἰχ­μά­λω­του
   τὴ σκέ­ψη
τοῦ ἀν­θρώ­που σὰν κα­τάν­τη­σε κι αὐ­τὸς πρα­μά­τεια
δο­κί­μα­σε νὰ τὴν ἀλ­λά­ξεις, δὲν μπο­ρεῖς.
Ἴ­σως καὶ νἄ ῾θε­λε νὰ μεί­νει βα­σι­λιὰς ἀν­θρω­πο­φά­γων
ξο­δεύ­ον­τας δυ­νά­μεις ποὺ κα­νεὶς δὲν ἀ­γο­ρά­ζει,
νὰ σερ­για­νᾶ μέ­σα σὲ κάμ­πους ἀ­γα­πάν­θων
ν᾿ ἀ­κού­ει τὰ τουμ­πε­λέ­κια κά­τω ἀπ᾿ τὸ δέν­τρο τοῦ μπαμ­ποῦ,
κα­θὼς χο­ρεύ­ουν οἱ αὐ­λι­κοί με τε­ρα­τώ­δεις προ­σω­πί­δες.
Ὅ­μως ὁ τό­πος ποὺ τὸ­ν  πε­λε­κοῦν καὶ ποὺ τοῦ καῖ­νε σὰν
 ­   τὸ πεῦ­κο, καὶ τὸ­ν  βλέ­πεις
εἴ­τε στὸ σκο­τει­νὸ βα­γό­νι, χω­ρὶς νε­ρό, σπα­σμέ­να τζά­μια,
   νύ­χτες καὶ νύ­χτες
εἴ­τε στὸ πυ­ρω­μέ­νο πλοῖ­ο ποὺ θὰ βου­λιά­ξει κα­θὼς τὸ δεί-
 ­   χνουν οἱ στα­τι­στι­κές,
ἐ­τοῦ­τα ρί­ζω­σαν μὲς στὸ μυα­λὸ καὶ δὲν ἀλ­λά­ζουν
ἐ­τοῦ­τα φύ­τε­ψαν εἰ­κό­νες ἴ­δι­ες με τὰ δέν­τρα ἐ­κεῖ­να
ποὺ ρί­χνουν τὰ κλω­νά­ρια τους μὲς στὰ παρ­θέ­να δά­ση
κι αὐ­τὰ καρ­φώ­νουν­ται στὸ χῶ­μα καὶ ξα­να­φυ­τρώ­νουν-
ρί­χνουν κλω­νά­ρια καὶ ξα­να­φυ­τρώ­νουν δρα­σκε­λόν­τας
λεῦ­γες καὶ λεῦ­γες-
ἕ­να παρ­θέ­νο δά­σος σκο­τω­μέ­νων φί­λων τὸ μυα­λό μας.
Κι ἂ σου μι­λῶ μὲ πα­ρα­μύ­θια καὶ πα­ρα­βο­λὲς
εἶ­ναι για­τὶ τ᾿ ἀ­κοῦς γλυ­κό­τε­ρα, κι ἡ φρί­κη
δὲν κου­βεν­τι­ά­ζε­ται για­τὶ εἶ­ναι ζων­τα­νὴ
για­τὶ εἶ­ναι ἀ­μί­λη­τη καὶ προ­χω­ρά­ει-
στά­ζει τὴ μέ­ρα, στά­ζει στὸν ὕ­πνο
μνη­σι­πή­μων πό­νος.
Νὰ μι­λή­σω γιὰ ἥ­ρω­ες νὰ μι­λή­σω γιὰ ἥ­ρω­ες: ὁ Μι­χά­λης
ποὺ ἔ­φυ­γε μ᾿ ἀ­νοι­χτὲς πλη­γὲς ἀπ᾿ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο
ἴ­σως μι­λοῦ­σε γιὰ ἥ­ρω­ες ὅ­ταν, τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη
ποὺ ἔ­σερ­νε τὸ πο­δά­ρι του μὲς στὴ συ­σκο­τι­σμέ­νη πο­λι­τεί­α,
οὔρ­λια­ζε ψη­λα­φών­τας τὸ­ν  πό­νο μας- «Στὰ σκο­τει­νὰ
πη­γαί­νου­με, στὰ σκο­τει­νὰ προ­χω­ροῦ­με.­.­.»
Οἱ ἥ­ρω­ες προ­χω­ροῦν στὰ σκο­τει­νά.
Λί­γες οἱ νύ­χτες μὲ φεγ­γά­ρι ποὺ μ᾿ ἀ­ρέ­σουν.


Γι­ῶρ­γος Σε­φέ­ρης



Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Φοβᾶμαι...



Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι 
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου 
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ 
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα 
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα 
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες 
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν 
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν 
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.
Νοέμβρης 1983



Μανώλης Ἀναγνωστάκης

ἀπὸ τὸ http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/manolhs_anagnwstakhs_poems.htm

Ἐπιτύμβιον



Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.
Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.
(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος.



Μανώλης Ἀναγνωστάκης

ἀπὸ τὸ http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/manolhs_anagnwstakhs_poems.htm

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Τὸ θαῦμα τοῦ ἀποστόλου Ἄνδρέα


Καὶ στοὺς ἄθρησκους, ἡ ἀσύγκριτη ἑρμηνεία τοῦ  Χρήστου Σίκκη δὲν ἀφήνει περιθώρια.. Μόνο θαυμασμός.
Παρατηρῶ ὅτι στὸν πρῶτο στίχο, ἐπικαλεῖται τὸ Θεὸ ποὺ πιστεύει, νὰ τὸν βοηθήσει στὴν έξιστόρηση ποὺ θὰ ἀκολουθήσει (μῆνιν Ἄειδε Θεά... , Ἄειδε Μοῦσα μοι φίλη.. ,  Ἄνδρα μοι, ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον....) ὅπως παλιά.

Ἀπὸ το YouTube http://youtu.be/j6qrBbZ5kFI

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2011

ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ



Ἀντώνης Κυριαζῆς –Ρήγας Φεραῖος·
τὸ πρῶτο χάθηκε κι ἔζησε τ’ ἄλλο.
Μὲ τοῦτο τ’ ὄνομα γαμπρὸς μοιραῖος
τῆς Λευτεριᾶς ξεκίνησες τὸ μπάλο.
Τοῦ Βελεστίνου ἀφήνεις τὰ σοκάκια
καὶ φτάνεις Βουκουρέστι μ’ ἕνα ζάλο.
Ἀλάργα ἀπὸ τὰ τούρκικα γεράκια,
μὲ τὸ ἀλατόμητον ἀπόθεμά σου
ἐπαναστατικὰ γράφεις στιχάκια
μ’ ἔνταση ζώντας τὴν ἀποκοτιά σου.
Ἡ γλώσσα σου τὸ πράγμα χεροπιάνει
σὰν ζωντανὸς ὀργανισμός. Βαθιά σου
σπιθίζει ἡ πίστη καὶ σκορπᾶ τὴν πλάνη
ὅσων ξοδεύονται στὶς ρητορίες
πὼς ἡ τσαρίνα τάχα καταφτάνει
νὰ ξεσκλαβώσει τάχα τοὺς Ρωμιούς. Γελοῖες
εἰδήσεις σὰν κι αὐτή, σ’ἐξαγριώνουν:
«Ἀδέρφια, περισσέψαν πιὰ οἱ χρεῖες·
τὴ δύναμή τους ὅσοι ξεσπαθώνουν,
προσεχτικά ἄς μετροῦν. Ποτὲς οἱ ξένοι
τὰ ὅπλα ἤ τὴ φωνή τους δὲν ὀρθώνουν
γιὰ νὰ χαροῦμ’ἔμεῖς λευτερωμένοι
δίχως τὸ δάχτυλό μας νὰ σαλέψει.
Μ’αἷμα  καὶ δάκρυ ἀκριβοπληρωμένη
ἡ Λευτεριά μας θἄρθει. Ὅποιος χορέψει
στοῦ ἀγώνα τὸ χορὸ μακαρισμένος!
Ἀλλιῶς στὴ φρονιμάδα του να ρέψει
καὶ νὰ τὸν πεῖ κιοτὴ ὅλο τὸ Γένος».
Τοῦ Μουσταφὰ τὸ σβέρκο εἶχε τσακίσει
τοῦ φοβεροῦ ὑβριστή σου, ἐξοργισμένος,
ταΐζοντας φωτιὲς ἀπ’ ἄγρια μίση
κι ἔτσι κλαρίτης βρέθηκες στοῦ Ζήρα
τὸν νταϊφὰ μ’ ὡριμασμένη κρίση.
Ὅμως γιὰ πιὸ ψηλὰ σ’ εἶχεν ἡ μοίρα.
Στὸ νοῦ δὲ θυσιάζεις τὴν καρδιά σου
(οὔτε ἀποκρύβει ἡ σάλπιγγα τὴ λύρα –
ἡ κάθε μια τους ξέχωρη χαρά σου),
κι οὔτε ὑποτάζεις στὴν καρδιὰ τὸ νοῦ σου.
Σφραγίδες, νοῦς-καρδιά, τῆς δωρεᾶς σου,
τὸ δρόμο ποὺ σφραγίζουν τοῦ λαοῦ σου.
Ἡ λυγερή σου φλόγα κι ἡ σβελτάδα
στὸ θόλο ζωγραφίζουν τοῦ ναοῦ σου
τοῦ ἀχειροποίητου, μιὰ νέα Ἑλλάδα.
Κι ὅλο κουνᾶς τὶς πέτρες ποὺ μαλλιάσαν
μὲς στὴ θανατερή τους σιγουράδα.
«Ξεβολευτεῖτε οἱ Ἕλληνες καὶ φτάσαν
τοῦ μυστικοῦ μας ἀρραβώνα οἱ ὧρες
μὲς στὴ σκλαβιά μας ποὺ κρυφωριμάσαν
καὶ στὶς δαρτὲς ποὺ μᾶς ρημάξαν μπόρες.
Ἀρχὲς οὐρανιοῦχες τὸ προστάζουν
καθὼς τὸ πρόσταξαν καὶ σ’ἄλλες χῶρες
ποὺ τώρα ἐλεύθερες λαμπρογιορτάζουν!»
Τὸ χαλινάρι τῆς σκλαβιᾶς δαγκώνεις
κι αἵματα τὰ δυὸ χείλη σου λεκιάζουν.
Καὶ τὶς νυχτιὲς μονάχος καταστρώνεις
(γραμματικὸς στὴ Βλαχομπογδανία
τοῦ πρίγκηπα Ὑψηλάντη) κι ὅλο ἁπλώνεις
τὸ σχέδιό σου, ζώντας μ’ ἀγωνία
τὸν πυρετό σου κι ἔνταση μεγάλη
γιὰ μιὰν Βαλκανικὴν Ὁμοσπονδία
ποὺ ὁ γενικὸς ξεσηκωμὸς θὰ βγάλει.
Τὸ ἀντερί σου τὸ μενεξεδένιο
στοῦ Δούναβη ἀνεμίζει τὸ κανάλι
μαζί μὲ τ’ ὄνειρό σου τ’ ἀσημένιο.
Τοῦ ἐνθουσιασμοῦ κερνᾶς τὸν οἶνο
μοιράζοντας τὸν ἄρτο τὸν σταρένιο
στοὺς Μυστικούς σου Δείπνους δίχως θρῆνο.
Τὴν Κραϊόβα τὴν γαληνεμένη
ἀλλάζεις πιὰ μὲ τὸν γαλάζιο κρίνο,
τὴν ὀνειροπλεχτή σου τὴ Βιέννη.
Ἐκεῖ  Σέρβοι, Κροάτες καὶ Βουλγάροι,
Βλάχοι, Ἀρβανίτες καὶ Ρωμιοὶ δεμένοι
μὲ τὸν κοινὸ καημὸ ποιὸς νὰ τοὺς πάρει
τὸ βάρος ποὺ συντρίβει τὴν ψυχή τους.
«Στοὺς ἑαυτούς σας να ‘χετε τὰ θάρρη!»
Κι ἀπόκριση σοῦ δίνει Ἡ ἰαχή τους
στὴ Γκρίχεν Μπάιζελ τῆς Γκρίχενγκράσε,
καθὼς σοῦ δείχνουν τὸ κρυφὸ σπαθί τους.
Μικρὴ ἡ ταβέρνα, Ρήγα, δὲ χωρά σε.
Μιλοῦν οἱ φιμωμένοι καὶ σιωπώντας!
«Γιέ μου τὴ Λευτεριὰ ξάμωσε φτάσε»,
σοῦ εἶχε πεῖ ὁ Πατροκοσμᾶς κοιτώντας
στὸ ἀστραφτερό σου βλέμμα τὸ γραφτό σου.
Κάθε ραγιὰ σιμώνεις τραγουδώντας
δίνοντας τὸν ἀτόφιον ἑαυτό σου.
Βουνίσιο ἡ ὁμιλία σου ποτάμι
καὶ τὶς ψυχὲς τὸ πνεῦμα τὸ ζεστό σου
τὶς ξεμαργώνει ἀγγέλους νὰ τὶς κάμει
καὶ Ταξιάρχες τοῦ μεγάλου Ἀγώνα,
ποὺ μὲς στὸ ἴδιο του μαῦρο θολάμι
τὸ τέρας θὰ ἐξοντώσουνε τοῦ αἰώνα.
«Πύριον κόνιν» τῆς ζητοῦν  «καὶ σφαίρας»·
μὰ ποὺ νὰ τοὺς ἀκούσει στὴ Χερσώνα
ἐρωτικὸς ποὺ τὴ μεθάει ἀγέρας,
ἡ συμφεροντολόγα Αἰκατερίνα.
Ὀνείρατα τῆς νύχτας καὶ τῆς μέρας
φλόγες τῶν πόθων καῖνε τήν τσαρίνα.
«ἡ Ἀθηνᾶ τῆς Ἄρκτου» πιὰ κωφεύει
ντυμένη ὀνειρεμένα κρινολίνα,
κι ὁ δόλος «τῆς ἀννάσης» θριαμβεύει
ἀφήνοντας παντέρμο τὸν Κατσώνη.
«Ἰμπερατόρων ὄχι κι ἄλλη χλεύη
ἤ μεσιτεία», κράζεις, «μᾶς ὑπνώνει.
Ρεπούμπλικα – Φραντσέζα –Ξανθὸν Γένος
δὲ συμπονοῦν τὸ σκλάβο. Καταμόνοι
καὶ μὲ προγονικὸ θὰ μποῦμε σθένος
στῆς ἐπανάστασής μας τὸ καμίνι.
Στοὺς Ἕλληνες θ’ ἀνήκει ὁ δίκαιος αἶνος
σωθοῦν ἤ ἁρπαχτοῦνε ἀπὸ τὴ δίνη
ἔχοντας στὴν καρδιά τους τὴν Πατρίδα!»
Καὶ Ἰσότη, Ἐλευθερία, Ἀδελφοσύνη,
ντυμένες τὴν αἱμάτινη χλαμύδα
πάντα νὰ λάμπουν στῆς θυσίας τὸ ἁλώνι
σωσμένες ἀπ’ τοῦ Τούρκου τὴν ἀκρίδα
ποὺ βρωμερὸν ὁλοῦθε πόδι ἁπλώνει.
Τοπίο ξερακιανὸ ποὺ δὲ δαμάζεις
τοὺς συναγωνιστές σου φανερώνει.
Καί, Δόξα, ἐσὺ τὰ ὀνόματα διαβάζεις
στὴ Ράχη τῶν Ψαρῶν καὶ στὰ Οὐράνια:
Ἀργέντης, Κορωνιός (μὴν κατεβάζεις
τὸν τόνο), Ἐμμανουὴλ (πλέξε στεφάνια
γιὰ δυό:τὸν Παναγιώτη καὶ Ἰωάννη),
Τουρούντζιας (κατακκόκινα γεράνια)
καὶ Καρατζὰς καὶ Νικολίδης! Φτάνει
ἡ φοβερὴ κραυγὴ τόσων Μαρτύρων,
ποὺ ἡ εὐλογία τους νὰ μᾶς μυράνει
στοὺς οὐρανοὺς τῆς γῆς καὶ τῶν ἀπείρων.
Εἰκοσιτρεῖς τοῦ  Ἰούνη,  Βελιγράδι
πίσω ἀπὸ μαῦρα κρέπια παραθύρων
ὀχτὼ στραγγαλισμένοι μὲς στὸ βράδυ.
Στοῦ Θούριου τὸ ρυθμὸ χτυπᾶ ἡ καρδιά μας
κι ἀγγίζοντας τὴ Χάρτα σου ἕνα χάδι
περνάει τὴν ὕπαρξή μας καὶ ἡ θωριά μας
ἀπὸ κρυφὸ ζωογονεῖται ἀγέρα.
Τὸ δέντρο μας ἠχεῖ καὶ τὰ κλαδιά μας
κι  ἀπ’ τὴν Εὐρώπη ἀκούγεται πιὸ πέρα.
Στὸ χρυσωμένο βάθος μιᾶς εἰκόνας
σὲ βλέπω ν’ ἀνεβαίνεις στὸν αἰθέρα,
Ρήγα, φωτιὰ οὐράνιας ἀνεμώνας
καὶ λάδανο εὐωδιάζουν τὰ φτερά σου
τ’ ἀγγελικὰ ποὺ ἀγλάισε ὁ κυκλώνας
ἁγιάζοντας τὴ λυρικὴ ὀμορφιά σου.
Τῆς ἀστραπῆς σου ἡ λάμψη θολωμένη
καὶ μέσα μας κατάκατσε ἡ φωτιά σου.
Ἄπορη κάποια φράση ἐπιμένει
τὸ ἀπερινόητο νὰ περιγράψει
στὴν ἐποχή μας τὴ σακατεμένη.
Τὴ δάδα σου ποιὸς θὰ τὴν ξανανάψει;
Θερίσαμε τὸ σπόρο ποὺ εἶχες τάξει
νὰ σπείρεις, στὸν ὀχτρὸ κάνοντας θράψη.
Σὲ στοχασμὸν ἀνάμεσα καὶ πράξη
δίχως φτερὰ βαδίζουμε στοὺς ὤμους.
Ρήγα, τοὺς Ἕλληνες ποιὸς θα διδάξει
ποὺ χάθηκαν,  στῆς Χάρτας σου τοὺς δρόμους;

Θανάσης Παπαθανασόπουλος, Τερτσίνες γιὰ τὸν νέο ἑλληνισμό.


ζάλος:     πήδημα
χρεῖες:    ἀνάγκες
Μουσταφᾶ: Τοῦρκος τοῦ Βελεστίνου ποὺ κατάτρεχε τὸν νεαρὸ Ρήγα
νταϊφάς: ὁμάδα κλεφτῶν τοῦ  Θεσσαλοῦ ὁπλαρχηγοῦ Ζήρα
ἀντερί: εἶδος ράσου γιὰ πολίτες
Κραϊόβα: ἡ γνωστὴ πόλη
Γκρίχεν Μπάϊζελ τῆς Γκρίχενγκάσε: ταβέρνα τῶν Ἑλλήνων στὴν ὀδὸ τῶν Ἑλλήνων στὴ Βιέννη
Θολάμι: ὑπόγεια σπηλιὰ
πύριος κόνις: μπαρούτι
Αἰκατερίνα: ἡ Μεγάλη Αἰκατερίνη τῆς Ρωσίας
Ἀργέντης κλπ.: οἱ συμμάρτυρες τοῦ Ρήγα
Κάνοντας θράψη: καταστρέφοντας

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

Ἡ Λεμόνα Πόντου.

video



«Σιτ’ επέγνα ομάλια-ομάλια, είδα ορμάνια και λιβάδια
είδα ορμάνια και λιβάδια και σην άκραν τρέχ’ πεγάδι
και ση πεγαδί’ την άκραν έστεκεν δέντρον και μέγαν,
έστεκεν δέντρον και μέγαν, τα νεράντζια φορτωμένον
Έπλωσα να παίρω έναν κι εχολιάστεν η Λέμόνα.
Και τη ήλ’ η μάνα εκούξεν: - Ντο λαλείς ναι Μεληδόνα;
-Ντο χολιάσκεσαι Λεμόνα; Πάσκ’ ετσάκωσα κλαδόπον;
Πάσκ’ ετσάκωσα κλαδόπον, για εμάραινα φυλλόπον;
Κι αν ετσάκωσα κλαδόπον, να τσακούται το χερόπο μ’
Κι αν εμάραινα φυλλόπον, να μαραίνεται το ψόπο μ’.
Ο Ήλεν μαραίν’ φυλλόπα κι αέρα τσακών’ κλαδόπα.»




Ἡ Λεμόνα Πόντου.
Παμπάλαιο τραγούδι ἀπὸ τὴν Τραπεζούντα, σὲ ρυθμὸ διπάτ, στὸ ὁποῖο σύμφωνα μὲ τὸν Στ. Εὐσταθιάδη, ὑπάρχει ἐπιβίωση τῶν προχριστιανικῶν στοιχείων.  Ἡ Λεμόνα, σύμφωνα μὲ ὑπόθεση τοῦ ἰδίου εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Ἥλιου ποὺ στενοχωριέται γιὰ κάθε καταστροφὴ στὴ φύση. Τὸ τραγοῦδι αὐτὸ τὸ βρίσκουμε σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς καταγραφὲς ποντιακῶν τραγουδιῶν τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰώνα μας. Ἡ Τραπεζούντα εἶναι ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες Ἑλληνικὲς πόλεις τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Διεδραμάτισε σημαντικότατο ρόλο, ἱδρύοντας μέχρι καὶ αὐτοκρατορία ποὺ κατελύθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1461. Ἀπετέλεσε σπουδαῖο κέντρο γραμμάτων καὶ ἐπιστημῶν. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα ὁλόκληρη ἡ περιοχὴ τῆς Τραπεζούντος ἀριθμοῦσε περὶ τοὺς 80.000 Ἕλληνες κατοίκους, τὸ ἕνα τέταρτο τῶν ὁποίων ζοῦσαν στὴν κυρίως πόλη.

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

μαλακὰ ναρκωτικά.

video


Ἀπόσπασμα ἀπὸ ἐκπομπὴ τοῦ Ρένου Ἀποστολίδη τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Γ. Παπανδρέου εἶχε κάνει τὴ δήλωση γιὰ τὰ μαλακὰ ναρκωτικά.
(ὅλο τὸ video βρίσκεται στὸ
 http://youtu.be/xf___kH7lEg)