Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Η ΦΕΥΓΟΥΣΑ 1 ΠΟΙΗΣΗ ΜΙΧΑΛΗ ΛΕΒΕΝΤΗ


Τὸ ἀέτωμα τῆς Ἱερᾶς Οἰκίας
παρίστανε τὴν ἁρπαγὴ τῆς Περσεφόνης.
Στὴ μιὰ γωνιά του, εἶχε ἀνασύρει ὁ γλύπτης
τὴν Κόρη μὲ δυσκολία
πυρσὸ γιὰ τὰ ἐνήλικα πάθη,
προστάτιδα προσευχὴ  τοῦ Ὡραίου
 ποὺ μὲ κόπο ἀποκτιέται,
τῶν ἄτυχων τὸ ἀγαπῶ
ἤ τὸ ἀγαπῶ τοῦ γιασεμιοῦ ὅταν ὀνειρεύεται.

Συχνὰ τὴ φαντάζομαι ὁλόκληρη.
Νὰ ὑφαίνει στὸν κάμπο χρέη χρυσόδετα,
μὲ λύρα ἤ μὲ σαντούρι ν’ ἀπολυμαίνει
τὴ σκέψη ἀπ’ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν ἀσέμνων,
νὰ μὲ ἀκουμπᾶ.
                                     Δὲν εἶναι ψευδαίσθηση,
οὔτε ἀμάρτυρος τύπος τῆς πραγματικότητας
τὰ κομμένα της χέρια
πὼς ἔσπειραν εὐλογίες ὥς καὶ στὶς πέτρες,
πρὶν γίνουν κατάρτια, φλεγόμενοι φοίνικες
ποὺ ἀνοίχτηκαν γιὰ τὶς πηχτὲς σιωπὲς
καὶ δὲν ξαναγύρισαν..

Μιχάλης Λεβέντης (ἡ φεύγουσα ΔΟΜΟΣ 1998)


Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ




Ἥλιε, καλὲ πατέρα , βασιλιά,
ποὺ μέσ’ ἀπ’τὸν άπέραντον αἰθέρα
στέλνεις στὴ γῆ χρυσόφτερα φιλιά,
ποὺ δίνεις τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἡμέρα,
μεγάλε, ἀστραφτερὲ καὶ δυνατέ,
καλοὺς – κακοὺς ἡ λαύρα σου θερμαίνει,
καὶ ζοῦν ἀπὸ τὸ φῶς σου νικηταὶ
καὶ νικημένοι.

Κανένα δὲν ἀδίκησες ποτὲ
μέσα στὴν ἄπειρή σου καλωσύνη,
καλέ καὶ ἐκλεκτέ καὶ δοξαστέ·
κάνεις καὶ στὸν κακὸν ἐλεημοσύνη,
γιατὶ κι ἐκεῖνος κάποτε μπορεῖ
μὲ δάκρια τὸ κρῖμα του νὰ πλύνει,
καὶ τότε τὴν παρηγοριὰ νὰ βρεῖ
καὶ τὴ γαλήνη.

Μὰ στὸν ἀδικημένο, τὸ φτωχό,
στὸν ἄρρωστο, στὸ δοῦλο καὶ στὸν ξένο,
γιὰ δῶρο ἀτίμητο καὶ μοναχὸ
δίνεις τὸ φῶς, τὸ τρισευλογημένο·
Κι ὅταν ψυχὴ διψᾶ φωτὸς ἀχτίδα,
μπαίνεις κρυφὰ καὶ φέρνεις μυστικὴ
καλὴν ἐλπίδα.

 

Κωνσταντῖνος Μάνος (1869-1913)

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ ΝΟΝΝΟΥ ΠΑΝΟΠΟΛΙΤΟΥ



Διονυσιακὰ Νόννου Πανοπολίτου ἔπος ἀποτελούμενο ἀπὸ 48 ραψωδίες.
Ἄσμα δεύτερον.
               «…Κρονίδης δ᾽ ἐγέλασσεν ἀκούων.

             καὶ μόθος ἀμφοτέροισιν ἐπέβρεμεν· ἦν δὲ κυδοιμοῦ
             πομπὸς Ἔρις Τυφῶνι, Διὸς δ᾽ ἡγήσατο Νίκη
             εἰς μόθον. οὐ βοέης ἀγέλης χάριν, οὐ περὶ ποίμνης
360
ἦεν ἀγών, οὐ νεῖκος ἔην ἐπὶ κάλλεϊ νύμφης,
οὐ κλόνος ἀμφὶ πόληος ὀλίζονος· ἀλλ᾽ ὑπὲρ αὐτοῦ
αἰθέρος ἵστατο δῆρις, ἔην δ᾽ ἐνὶ γούνασι Νίκης
σκῆπτρα Διὸς καὶ θῶκος ἀέθλια δηιοτῆτος…»

Ὁ Τυφῶν ἀπειλοῦσε κι .. «ὁ γιὸς τοῦ Κρόνου γέλασε γροικώντας τον. Κι ἔτσι ἄρχισε μεταξύ τους πόλεμος βροντερός· κι ἄν βοήθαγε στὴ μάχη τὸν Τυφώνα ἡ Ἔριδα, ὁ Δίας στὸν ἀγώνα εἶχε ὁδηγὸ τὴ Νίκη· ἀγώνας δὲν γινόταν γιὰ πρόβατα  ἤ κοπάδια ἤ γιὰ μιᾶς νύμφης κάλλη. Δὲν πολεμοῦν γιὰ μιὰ πόλη κακή, μὰ γιὰ τὴν ἐξουσία τοῦ κόσμου μάχονται,  καὶ στῆς Νίκης τὰ γόνατα βρισκόταν τὸ βραβεῖο τῆς μάχης, τὸ σκῆπτρο καὶ ὁ θρόνος τοῦ Κρονίδη…»

(ὁ Τυφῶν εἶχε αἰχμαλωτίσει τὸν Δία ἀφαιρώντας του τὰ νεῦρα. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κάδμου ὁ Τυφῶν παραπλανεῖται καὶ ὁ Δίας ἐλευθερώνεται. Ἀκολουθεῖ τρομερὴ μάχη μεταξύ τους).