Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΧΑΡΩΝΟΣ ΚΑΙ ΕΡΜΟΥ


Νεκρικοὶ διάλογοι Χάρωνος καὶ Ἑρμοῦ -Λουκιανός (ἀπόσπασμα).
ΧΑΡΩΝ. Ἀκοῦστε πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Ὅπως βλέπετε, τὸ σκάφος μας, εἶναι μικρό, σχεδὸν σάπιο καὶ τρύπιο· ἄν  γείρει πρὸς τὴ μιὰ ἤ τὴν ἄλλη πλευρά, πάει, ἀνατράπηκε. Ἐσεῖς καταφτάνετε ἐδῶ κατὰ στίφη, κουβαλώντας πολλὰ ὁ καθένας. Ἄν λοιπὸν μπεῖτε μαζὶ μ’ ὅλα τοῦτα, φοβᾶμαι μήπως ἔπειτα τὸ μετανιώσετε, ἰδιαίτερα ὅσοι δὲν ξέρετε κολύμπι.
ΕΡΜΗΣ. Τὶ νὰ κάνουμε λοιπὸν γιὰ να ‘χουμε καλὸ ταξίδι;
ΧΑΡΩΝ. Θὰ σᾶς πῶ ἐγώ. Πρέπει νὰ ἀφήσετε ὅλα τὰ περιττὰ στὴν παραλία καὶ νὰ ἐπιβιβαστεῖτε γυμνοί, γιατὶ ἀκόμη κι ἔτσι, μόλις ποὺ σᾶς ἀντέχει τὸ πλοῖο. Ὅσο γιὰ σένα Ἑρμῆ, να ‘χεις τὸ νοῦ σου ἀπὸ δῶ καὶ πέρα νὰ μὴν ἀφήσεις κανένα τους νὰ μπεῖ στὸ πλοῖο ἄν δὲν εἶναι γυμνὸς καὶ δὲν ἔχει πετάξει τὰ πράγματά του ὅπως εἶπα. Στάσου στὴ σκάλα, ξεχώριζέ τους καὶ βάλ’τους μέσα, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς ἀναγκάσεις νὰ γδυθοῦν.
ΕΡΜΗΣ. Καλὰ λές. Ἔτσι θὰ κάνουμε. Ἔ, ποιὸς εἶναι πρῶτος;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ἐγώ, ὁ Μένιππος. Να, τὸ σακκίδιό μου, Ἑρμῆ, καὶ τὸ μπαστούνι μου, τὰ ρίχνω στὴ λίμνη. Τὸ τριμμένο πανωφόρι οὔτε κὰν τὸ ἔφερα καὶ καλὰ ἔκανα.
ΕΡΜΗΣ. Μπὲς μέσα Μένιππε, ἄξιε ἄνθρωπε, καὶ πᾶρε τὴν τιμητικὴ θέση δίπλα στὸν κυβερνήτη, ἐκεῖ ψηλά, γιὰ νὰ τοὺς βλέπεις ὅλους. Τοῦτος ὁ ὡραῖος πάλι, ποιὸς εἶναι;
ΧΑΡΜΟΛΕΩΣ. Εἶμαι ὁ Χαρμόλεως ἀπὸ τὰ Μέγαρα, ὁ ἀξιαγάπητος ποὺ τὸ φιλί μου ἄξιζε δύο τάλαντα.
ΕΡΜΗΣ. Βγάλε λοιπὸν τὴν ὀμορφιά, τὰ χείλη μαζὶ μὲ τὰ φιλιά, τὰ πυκνὰ μαλλιά, τὰ κόκκινα μάγουλα κι ὅλο σου τὸ δέρμα. Ἐντάξει, ξαλάφρωσες, ἐπιβιβάσου τώρα. Ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ἐκεῖ, μὲ τὸ πορφυρὸ ἔνδυμα καὶ τὸ διάδημα, ὁ σκυθρωπός;
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ὁ Λάμπιχος, ὁ τύραννος τῆς Γέλας.
ΕΡΜΗΣ. Γιατὶ λοιπὸν, Λάμπιχε, κουβαλᾶς τόσα μαζί σου;
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Καὶ γιατί; Ἔπρεπε να ῤθω γυμνὸς Ἑρμῆ, τύραννος ἄνθρωπος;
ΕΡΜΗΣ. Τύραννος ὄχι, νεκρὸς ναί. Γι’αὐτὸ βγάλ’τα.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Νά,  πέταξα τὸν  πλοῦτο μου.
ΕΡΜΗΣ. Πέταξε καὶ τὴ ματαιοδοξία Λάμπιχε, μαζὶ μὲ τὴν ὑπεροψία. Θὰ βαρύνει ἡ βάρκα ἄν ἔρθουν κι αὐτὲς μαζί.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ἄσε με τουλάχιστον νὰ κρατήσω τὸ διάδημα καὶ τὸν μανδύα μου.
ΕΡΜΗΣ. Σίγουρα ὄχι. Ἄφησέ τα καὶ τοῦτα.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Ἄς εἶναι. Τὶ ἄλλο; Τ’ἄφησα ὅλα ὅπως βλέπεις.
ΕΡΜΗΣ. Μένουν ἀκόμα ἡ ὠμότητα, ἡ παλαβομάρα, ἡ αὐθάδεια καὶ ἡ ὀργή. Πέταξέ τα καὶ τοῦτα.
ΛΑΜΠΙΧΟΣ. Νά, εἶμαι γυμνός.
ΕΡΜΗΣ. Τώρα μπές. Κι ἐσὺ ὁ χονντρός, ὁ πολύσαρκος, ποιὸς εἶσαι;
ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Ὁ Δαμασίας ὁ ἀθλητής.
ΕΡΜΗΣ. Ναί, μοιάζεις. Σὲ ξέρω, γιατὶ σὲ εἶδα πολλὲς φορὲς στὶς παλαίστρες.
ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Ναί, Ἑρμῆ. Ἄσε με ὅμως νὰ μπῶ, ἀφοῦ εἶμαι γυμνός.
ΕΡΜΗΣ. Δὲν εἶσαι γυμνὸς φίλε μου, μὲ τόσες σάρκες πάνω σου. Βγάλ’τες λοιπόν, γιατὶ θὰ βουλιάξεις τὸ σκᾶφος, ἄν ἀνεβάσεις ἔστω καὶ τὸ ἕνα σου πόδι. Πέταξε ἐπίσης τὰ στεφάνια τοῦτα καὶ τὶς διακηρύξεις τῆς δύναμής σου.
ΔΑΜΑΣΙΑΣ. Νά, ὅπως βλέπεις εἶμαι πραγματικὰ γυμνὸς καὶ ἴσος στὸ βάρος μὲ τοὺς ἄλλους νεκρούς.
ΕΡΜΗΣ. Καλύτερα ἔτσι ἀνάλαφρος. Μπὲς λοιπόν. Κι ἐσύ, Κράτωνα, πέταξε τὸν πλοῦτο, τὴ μαλθακότητα, τὴν καλοπέραση καὶ μὴ φέρνεις μέσα τὶς νεκρικὲς προσφορές,  οὔτε τὶς διακρίσεις τῶν προγόνων σου· ἄσε πίσω σου τὴν καταγωγή, φήμη, τὶς δημόσιες διακηρύξεις πρὸς τιμή σου, τὶς ἐπιγραφὲς στοὺς ἀδριάντες, καὶ μὴ λὲς πὼς κατασκεύασαν μεγάλο τάφο πάνω ἀπὸ τὸ σῶμα σου, γιατὶ βαραίνουν κι αὐτὰ ὅταν τὰ θυμᾶσαι.
ΚΡΑΤΩΝ. Δὲν μοῦ ἀρέσει, μὰ τὰ ρίχνω ὅλα. Τὶ ἄλλο μπορῶ νὰ κάνω;
ΕΡΜΗΣ. Πῶ, πῶ! Ἐσὺ ὁ ἁρματωμένος, τὶ θέλεις; Γιατὶ κουβαλᾶς τὸ τρόπαιο τοῦτο;
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ. Ἐπειδὴ νίκησα Ἑρμῆ, διακρίθηκα καὶ ἡ πόλη μὲ τίμησε.
ΕΡΜΗΣ. Ἄσε πάνω στὴ γῆ τὸ τρόπαιο. Στὸν Ἅδη ὑπάρχει εἰρήνη καὶ δὲν θὰ σοῦ χρειαστοῦν τὰ ὅπλα. Τοῦτος πάλι ὁ σεβάσμιος, ἄν κρίνω ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση, καὶ ὑπερήφανος, μὲ τὰ σηκωμένα φρύδια, ὁ περίφροντις, ποιὸς νὰ εἶναι, αὐτὸς μὲ τὴ μακριὰ γενειάδα;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Κάποιος φιλόσοφος Ἑρμῆ, ἤ καλυτερα κάποιος τσαρλατάνος, ποὺ ὅλο κουβεντιάζει γιὰ θαύματα. Γδῦστον λοιπὸν καὶ τοῦτον. Θὰ δεῖς πολλὰ καὶ γελοῖα πράγματα, κρυμμένα κάτω ἀπὸ τὸ πανωφόρι του.
ΕΡΜΗΣ. Βγάλε πρῶτα τὴ στολή, κι ἔπειτα ὅλα τ’ἄλλα.  Δία μου, πόση ἀλαζονεία μεταφέρει, πόση ἀμάθεια, διχόνοια, ματαιοδοξία, ἀναπάντητα ἐρωτήματα, ἀκανθώδη ἐπιχειρήματα, πολύπλοκες ἔννοιες, ἀλλὰ καὶ πάρα πολλὴ ματαιοπονία, οὐκ ὀλίγη ἀνοησία, κούφια λόγια, σχολαστικισμό, μὰ τὸν Δία, καὶ χρυσάφι, ἡδυπάθεια, ἀναισχυντία, ὀργή, τρυφή, καὶ μαλθακότητα! Δὲν μοῦ ξέφυγε τίποτε, ἄν καὶ προσπαθεῖς ἐπιμελῶς νὰ τὰ κρύψεις. Πέταξε καὶ τὸ ψέμα, τὴν περηφάνια καὶ τὴν πεποίθηση πω]ς εἶσαι ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἄν πήγαινες νὰ ἐπιβιβαστεῖς μὲ ὅλα τοῦτα, οὔτε πολεμικὸ πλοῖο μὲ πενήντα κουπιά δὲν θὰ σὲ ἄντεχε.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Τὰ πετῶ λοιπὸν ἀφοῦ ἔτσι μὲ διατάζεις.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ναί, ἀλλὰ πρέπει νὰ βγάλει καὶ τὸ μοῦσι, Ἑρμῆ, ποὺ εἶναι βαρὺ καὶ φουντωτό, ὅπως βλέπεις. Ἔχει τουλάχιστον δυόμισι κιλὰ μαλλί.
ΕΡΜΗΣ. Καλὰ λές. Βγάλ’το καὶ τοῦτο.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Καὶ ποιὸς θὰ μὲ κουρέψει;
ΕΡΜΗΣ. Ὁ Μένιππος ἀπὸ δῶ, θὰ πάρει πέλεκυ ναυπηγοῦ καὶ θὰ τὸ κόψει, χρησιμοποιώντας  τὴν ἀποβάθρα γιὰ κούτσουρο.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ὄχι Ἑρμῆ. Δῶσε μου πριόνι. Θὰ ἔχει περισσότερη πλάκα ἔτσι.
ΕΡΜΗΣ. Κι ὁ πέλεκυς καλὸς εἶναι. Μπράβο. Τώρα ποὺ ἔχασες τὸ τραγίσιο γένι, δείχνεις πιὸ ἀνθρώπινος.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Θέλεις νὰ ἀραιώσω λίγο καὶ τὰ φρύδια του;
ΕΡΜΗΣ. Σίγουρα. Τὰ σηκώνει πάνω ἀπὸ τὸ μέτωπο, λὲς καὶ θέλει νὰ φτάσει κι ἐγὼ δὲν ξέρω ποῦ. Τὶ συμβαίνει; Κλαῖς κάθαρμα καὶ δειλιάζεις μπροστὰ στὸν θάνατο;Μπὲς μέσα λοιπόν.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ἔχει ἀκόμη κάτι πολὺ βαρύ, κάτω ἀπὸ τὴ μασχάλη.
ΕΡΜΗΣ. Τὶ, Μένιππε;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Τὴν κολακεία, Ἑρμῆ, ποὺ τοῦ χρησίμευσε πολὺ στὴ ζωή του.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Πέταξε τότε κι ἐσὺ Μένιππε, τὴν ἐλευθερία, τὴν παρρησία, τὴν εὐθυμία, τὴν ἀνώτερη συμπεριφορά καὶ τὸ γέλιο. Εἶσαι ὁ μόνος ποὺ γελᾶς.
ΕΡΜΗΣ. Ὄχι, κράτησέ τα· Εἶναι ἐλαφριά, μεταφέρονται εὔκολα κι εἶναι χρήσιμα στὸ ταξίδι. Ἐσὺ πάλι, ρήτορα, πέταξε τὴν τόση ἀπεραντολογία, τὶς ἀντιθέσεις, τὶς παρισώσεις, τὶς περιόδους, τοὺς βαρβαρισμοὺς καὶ τὰ ἄλλα ποὺ βαραίνουν τὰ λόγια σου.
ΡΗΤΟΡΑΣ. Ὁρίστε, τὰ πετῶ.
ΕΡΜΗΣ. Ὡραῖα. Λῦσε λοιπὸν τὰ παλαμάρια, ἄς ἀνεβάσουμε τὴ σκάλα, ἄς σηκώσουμε τὴν ἄγκυρα, ἅπλωσε τὸ πανί, κι ἐσύ, Χάροντα, πάρε τὸ τιμόνι. Καλό μας ταξίδι. Γιατὶ θρηνεῖτε, ματαιόδοξοι, ἰδίως ἐσὺ ὁ φιλόσοφος, ποὺ μόλις σοῦ λεηλάτησαν τὸ μοῦσι;
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ἐπειδὴ Ἑρμῆ, νόμιζα πὼς ἡ ψυχὴ μένει ἀθάνατη.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Ψέματα λέει. Ἄλλα τὸν στενοχωροῦν.
ΕΡΜΗΣ. Ποιά;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Τὸ ὅτι δὲν θὰ παίρνει πιὰ μέρος σὲ πολυτελῆ δεῖπνα, οὔτε θὰ βγαίνει ἔξω τὴ νύχτα, κρυφὰ ἀπ’ὅλους μὲ τὸ πανωφόρι τυλιγμένο γύρω ἀπὸ τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ φέρνει γύρω τὰ πορνεῖα, καὶ τὸ πρωί, νὰ ἐξαπατᾶ τοὺς νέους καὶ νὰ παίρνει χρήματα γιὰ τὴ σοφία του. Αὐτὰ τὸν στενοχωροῦν.
ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ. Ἐσὺ Μένιππε, δὲν στενοχωριέσαι ποὺ πέθανες;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Πῶς Θὰ μποροῦσα ἀφοῦ ἐπίσπευσα τὸ θάνατό μου, χωρίς νὰ μὲ καλέσει κανεῖς; Τώρα ποὺ μιλᾶμε ὅμως, δὲν ἀκούγεται ἕνας θόρυβος, λὲς καὶ κάποιοι φωνάζουν στὴ γῆ;
ΕΡΜΗΣ. Ναί, Μένιππε, καὶ δὲν ἀκούγεται ἀπὸ ἕνα μέρος. Ἄλλοι ἔχουν συγκεντρωθεῖ στὴν ἐκκλησία τοῦ δήμου καὶ γελοῦν, εὐχαριστημένοι ὅλοι μὲ τὸ θάνατο τοῦ Λαμπίχου, οἱ γυναῖκες ἔχουν πιάσει τὴ γυναίκα του, ἐνῶ τὰ παιδάκια του τὰ κτυποῦν μὲ πολλὲς πέτρες ἄλλα παιδιά. Ἄλλοι πάλι, στὴ Σικυώνα, ἐπαινοῦν τὸν Ρήτορα Διόφαντο γιὰ τὸν ἐπιτάφιο λόγο πρὸς τιμὴν τοῦ Κράτωνα ἀπὸ δῶ. Καί, μὰ τὸν Δία, ἡ μητέρα τοῦ Δαμασία ὀδύρεται καὶ σέρνει τὸ μοιρολὀι μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες γυναῖκες γιὰ τὸν Δαμασία. Ἐσένα ὅμως, Μένιππε, κανένας δὲν σὲ κλαίει. Εἶσαι ὁ μόνος ποὺ ἀναπαύεται ἥσυχα.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Κάθε ἄλλο, θ’ἀκούσεις μετὰ ἀπὸ λίγο τὰ σκυλιά, νὰ οὐρλιάζουν σπαρακτικὰ γιὰ μένα καὶ τὰ κοράκια νὰ χτυποῦν τὰ φτερά τους, ὅταν συγκεντρωθοῦν νὰ μὲ θάψουν.
ΕΡΜΗΣ. Εἶσαι ἀνώτερος ἄνθρωπος Μένιππε. Ἀλλὰ τώρα ποὺ φτάσαμε, ἐσεῖς πηγαίνετε στὸ δικαστήριο, ἀκολουθώντας τὴν εὐθεία ἐκείνη, ἐνῶ ἐγὼ κι ὁ πορθμέας θὰ πᾶμε νὰ φέρουμε ἄλλους.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ. Καλὸ ταξίδι να ‘χετε, Ἑρμῆ. Πᾶμε κι ἐμεῖς. Γιατὶ λοιπὸν καθυστερεῖτε;Θὰ χρειαστεῖ νὰ δικαστοῦμε καὶ λένε πὼς οἱ τιμωρίες εἶναι βαριές, τροχοί, βράχοι, καὶ γῦπες. Θὰ ἀποκαλυφθεῖ βλέπετε, ἡ ζωὴ τοῦ καθενός..                                                                                                                                                                                                              

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΩΜΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΟ


τὰ πρόσωπα τοῦ μονόλογου
Προμηθέας
Ἰησοῦς
Μῶμος(μίμος)
Ἡ μάνα Γῆς
Ἕνα ἀηδόνι

Ἀνοιξιάτικο ἀπομεσήμερο

      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (ἀπάνου ἀπὸ τὸν Καύκασο)

Ὤ! Ὠώ!...
Τί μέγα βάρος σήμερα βουλιάζει τὸν οὐρανό! Ἀνάλαμπος καὶ κρύος τοῦ ἡλιοῦ ὁ δίσκος, σὰν ἀπὸ ξερὸ πηλό, θαρρεῖς, ὅπου καὶ να ‘ναι, θὰ πέσει ἀπάνου στ’ ἀντικρινὰ τὰ βράχια καὶ θὰ γίνει θρούψαλα… Πόσο πνιχτὰ ἀνασαίνουνε τῆς γῆς τὰ σπλάχνα, ποὺ κάποτε μὲ ξεπετάξανε στὸν ἀνοιξιάτικον ἀέρα μ’ ἕναν χαρούμενο σπασμό!... Πῶς κρέμονται μέσα στὰ βάραθρα, τὰ σκοτεινὰ νερά, ἄνηχα κι ἀνάφριστα σὰν πετρωμένα!... Μὲ φτάνει ἀπό μακριὰ ἕνα κλάμα σφαγερό. Ποιὸς νά ‘ναι;  Κατὰ σένα, ὅπου καὶ νά ‘σαι, ἄγνωστε ἀδερφέ, δὲ μ’ ἀφήνουνε τὰ καρφιά μου νὰ στραφῶ. Λιγάκι νὰ σαλέψω, μὲ δαγκάνουν ἀγριεμένα σὰν τὰ φίδια, ποὺ τὰ πατάει κανείς, τὴν ὥρα ποὺ κοιμοῦνται. Ὅμως ἀπάνου ἀπό τὶς ἄβυσσες καὶ δῶθε ἀπὸ τὰ μάκρη, σὲ νιώθουνε πολὺ ζεστά, κατάσαρκα οἱ πληγές μου…  Μπορεῖ νά ‘ναι κ’ ἡ δικιά μου ἡ φωνή, ποὺ μοῦ τὴν ξαναστέλνουν πίσου τὰ σκοτάδια τῶν βυθῶν…

      ΙΗΣΟΥΣ
      (ἀπάνου ἀπὸ τὸ Γολγοθὰ)
Τὶ γλυκά, ποὺ γλαρώνανε τὰ μάτια μου γεμάτα ἀστραφτερὸ σκοτάδι! Τὶ γλυκά, ποὺ βυθούσανε τὰ κόκκαλα κ’ οἱ σάρκες μου μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς Ἀνυπαρξίας, ὅπου λυώνανε σὰν τ’ ἁλάτι μέσα στὸ νερό. Κι ὅπως ἀδειάζανε στάλα τὴ στάλα οἱ φλέβες κ’ ἡ καρδιά μου, ἔνιωθα τὴν ψυχή μου ὅλο καὶ πιότερο νὰ  λαφραίνει καὶ νὰ τὴν παίρνουνε σὰν φτερὰ οἱ ψηλότεροι  οὐρανοί! Ἀνάμεσα Θανάτου καὶ Ζωῆς, πέρ’ ἀπό τὴ Γῆς καὶ πέρ’ ἀπὸ τὸν Ἥλιο, καρφιά, λοχίσματα, φτυσίματα, βλαστήμιες δὲ φτάνανε τὴν ψυχή μου, ποὺ ἔφευγε καὶ δὲν γυρνοῦσε.
‘Ὅλα γινόνταν ἥσκιος καὶ πνοὴ γύρω ἀπὸ τὸν ἥσκιο μου καὶ τὴ στερνὴ πνοή μου!... Ποιὰ τώρα μὲ  ξυπνάει φωνὴ κι ἀπὸ ποιὸ λαρύγγι βραχνὸ καὶ ραγισμένο; Ποῦθε βρίσκει τόση δύναμη νὰ ξαναδένει τὴν ψυχή μου μὲ τὸ σῶμα καὶ νὰ μὲ ξαναφέρνει πίσω στὴ φθορὰ καὶ στὸν πόνο;

      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ἀμέτρητους αἰῶνες ζῶ μὲ τὸ θάνατο ἀγκαλιὰ κι αὐτή μας ἡ ἀγάπη δὲν ἔχει τελειωμό. Σαπίσαν οἱ κολῶνες τῆς οὐράνιας Σφαίρας, μὰ ἡ πληγή μου σαπίζει, ξεσαπίζει. Κ’ εἶναι πάντα φρέσκη καὶ λαχταριστή… Δῶ καὶ χιλιάδες χρόνια περνάει ἀπὸ μπροστά μου ὁ Κόσμος – κι ὅλα του τὰ ἱστορικὰ κοίτονται μέσα στὸ νοῦ μου ἀσάλευτα καὶ στεῖρα σὰν ἕνα στρῶμα κόκαλλα στὰ βάθη τῶν ὠκεανῶν. Σ’ ἀπανωσιά, σὲ βάθος καὶ σὲ ψῆλος δὲν εἶναι τίποτα παντοτινό, δὲν εἶναι τίποτα καινούργιο. Τόσο μοιάζουνε τὸ σήμερα μὲ τὸ χτὲς καὶ τὸ χτὲς μὲ τὸ αὔριο, ποὺ μὲ τὸν καιρὸ ἔπαψα νὰ βλέπω, νὰ συλλογίζομαι καὶ νὰ θυμᾶμαι. Ἔτσι μοῦ φαίνεται, πὼς τώρα δὰ ἔχω γεννηθεῖ, καρφωθεῖ καὶ λησμονήσει… Τὶ νὰ τρέχει σήμερα;

      ΜΩΜΟΣ
Πεθαίνει ὁ Θεός!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (ξαφνισμένος δυσάρεστα)
Πάλι ἐσύ; Ποῦθε μοῦ ξεφύτρωσες;
      ΜΩΜΟΣ
Αὐτὸς εἶναι ὁ ρόλος μου. Νὰ ξεφυτρώνω ἀκάλεστος – κι ἀνεπιθύμητος!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Πεθαίνει, λές, ὁ Θεός; Ὁ Δίας τάχα;
      ΜΩΜΟΣ
Ὄχι. Ὁ ἕνας Θεός.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Καλὰ ὁ ἕνας. Μὰ ποιὸς ἀπ’ ὅλους;
      ΜΩΜΟΣ
Ὁ Ἕνας καὶ Μοναδικός! Δὲν ὑπάρχει ἄλλος. Γι’ αὐτό ‘ναι κι ὁ Ἀληθινὸς Θεός.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ἀληθινὸς καὶ νὰ πεθαίνει;
      ΜΩΜΟΣ
Ἀφοῦ εἶναι παντοδύναμος!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ὁ θάνατος, ἀδυναμία τῶν ἀνθρώπων. Ὄχι δύναμη τῶν Θεῶν.
      ΜΩΜΟΣ
Μὰ δὲν πεθαίνει ὁ ἴδιος. Εἶναι πνέμα. Πεθαίνει τὸ σῶμα του. Τὸ θέλησε μοναχός του νὰ γεννηθεῖ καὶ νὰ ζήσει γιὰ λίγα χρόνια σὰν ἄνθρωπος. Μὰ σὲ τρεῖς μέρες θὰ βγεῖ ἀπὸ τὸν τάφο του καὶ θὰ ξαναπάει στοὺς οὐρανοὺς ἀπ’ ὅπου ἦρθε.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τὸ πνέμα του ἤ τὸ σῶμα του;
      ΜΩΜΟΣ
Ρώτα τὸν ἴδιονε.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Πῶς τόνε λένε;
      ΜΩΜΟΣ
Ἰησοῦ!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Πῶς τὸν εἶπες;
      ΜΩΜΟΣ
Ἰησοῦ!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ἰησοῦς!...Ἰησοῦς!...  Περίεργο. Ἐγὼ τοὺς ξέρω ὅλους τοὺς Θεοὺς. Ἕναν ἕνανε, μεγάλους καὶ μικρούς, ἡμίθεους καὶ ἡρώους μὲ ὅλα τους τὰ σόγια, τὶς γυναῖκες, τὰ παιδιά, τὶς ἐρωμένες καὶ τὰ παρασπόρια. Τέτοιο ὄνομα δὲν ὑπάρχει πουθενά!
      ΜΩΜΟΣ
      (μισοκλείνοντας τὸ μάτι)
Μὰ δὲν εἶναι Ἕλληνας!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μὰ δὲν εἶναι Ἕλληνας; Μὰ τότε τὶ μπορεῖ νὰ εἶναι!
      ΜΩΜΟΣ
Ἑβραῖος!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ἑβραῖος; Καὶ δὲ μοῦ τό ‘λεγες ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ μὴν πονοκεφαλάω; Ἕνας βάρβαρος! Ἄρα ψεύτικος Θεός!
      ΜΩΜΟΣ
Τὸ ἴδιο λέει κι αὐτὸς γιὰ τοὺς Ἕλληνες Θεούς! Πὼς εἶναι ψεύτικοι καὶ βάρβαροι.
      (σιγὴ)
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ὁ Δίας μάλιστα! Οἱ ἄλλοι ὅμως εἴμαστε ἀληθινοί!
      (φωτισμένος ξαφνικὰ)
Ἰησοῦς… Ἰησοῦς … Καλὰ λές. Τώρα θυμᾶμαι. Μοῦ μίλησε γι’ αὐτόν, ἐδῶ καὶ λίγον καιρό, ὁ Μορφονιὸς ὁ Ἑρμῆς. Ἔρχεται μιὰ δυὸ φορὲς τὸ χρόνο καὶ μὲ βλέπει. Τόνε στέλνει ὁ Δίας νὰ δοκιμάζει τὰκαρφιά μου, ἄν βαστοῦνε. Καὶ ν’ ἀλλάζει τὰ ὅσα ἔφαγε ἡ σκουριά…  Τόνε λυπᾶμαι. Δὲν εἶναι μικρὴ ἡ ἀγγάρεια. Μὲ λυπᾶται κι αὐτός – ἔχει καλὴ καρδιά. Μὲ τὸν καιρὸ γεννήκαμε φίλοι. Κι ὅντας ἀργεῖ νὰ μοῦ ἔρθει στεναχωριέμαι.  Μοῦ διηγεῖται μὲ τ’ ἀλέγρο του ὕφος ὅλες τὶς βρωμιές, ποὺ γίνονται στὸν Ὄλυμπο κι ὅπου ἀλλοῦ ἀνταμωθοῦνε θεὲς μὲ  θεὸ ἤ θεὸς μὲ ἄνθρωπο. Εἶναι κουτσομπόλης, μὰ μὲ γοῦστο πολύ.   Αἴ, σύ!  Ἀκοῦς;
      ΜΩΜΟΣ
      (δυναμώνοντας τὴ φωνή του)
Ἀκούω καὶ παρακούω.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μοῦ εἶπε τὸ λοιπὸν τὴν τελευταία φορά: «Κανακάρη γιὲ τοῦ Ἰαπετοῦ! Ἕνας Ἑβραῖος Θεός, Ἰησοῦς (Ἰησοῦς...Χριστός… νομίζω) θέλει νὰ γκρεμίσει τὸν Ὄλυμπο καὶ ν’ ἀφανίσει ὅλους τοὺς Ἕλληνες Θεούς. Ἔτσι θὰ λυτρωθεῖς καὶ σὺ ἀπὸ τὰ βάσανά σου, γιατὶ δὲν θὰ ὑπάρχεις!...»  Κ’ ἔσκασε στὰ γέλια ὁ μορφονιὸς ὁ Ἑρμῆς, ὁ Γλάρος, ὁ Ἰθύφαλλος, ὁ Κοσμογυρισμένος – τὸ κοπέλι τοῦ Δία. Κι ὅλο ξανάλεγε καὶ ξανάλεγε:  «Ἑβραῖος θεός… Ἑβραῖος θεός…»  
Εἴτανε μεσημέρι καλοκαιρινό, μὰ ἔκανε τόσο κρύο ἐδῶ ψηλά, πού, ἐνῶ γελοῦσε, χτυπούσανε τὰ δόντια του ἀπὸ τὸ τούρτουρο: χί! χί! χί! … τάκα! τάκα! τάκα!... Τόσο μου φαινόταν ἀστεῖος, ποὺ ἄρχισα νὰ γελῶ κι ἐγώ. Καὶ τὰ χάχανά μας  ξαφνίσανε τὰ πεθαμένα τοῦτα ἐρημοτόπια… Μαζί μας γελοῦσε κοφτερά κι ἀπαίσια, σὰ νὰ μᾶς κορόιδευε,  κι ὁ ἀντίλαλος.  Πόσο φριχτὰ πονοῦσε τὸ συκώτι μου σὲ κάθε τίναγμά του! Πόσον αἷμα χύθηκε τὴ μέρα ἐκείνη ἀπὸ τὶς πληγές μου!... Οἱ στοιχειωμένες αὐλακιὲς τῆς ὄψης μου, σκαμμένες ἀπὸ τὰ πάγη καὶ τοὺς πόνους, ἀκόμα κρατᾶνε μέσα τους μιὰ θύμηση καυτὴ σὰ φλόγα. Ἦταν ἡ πρώτη μου φορά,  ποὺ γέλασα. Ἀπὸ τότες, ποὺ καρφώθηκα – καὶ πρὶν νὰ καρφωθῶ!
      (στὸν Ἰησοῦ)
Κλαῖς;  Ντροπή!
      ΙΗΣΟΥΣ
Βαθιὰ στὸ μέτωπο καὶ στὰ μελίγγια μου εἶναι χωμένα τρομερὰ τ’ ἀγκάθια. Τὸ αἷμα τώρα ἔχει πήξει ὁλόγυρα…  Κι ἀπὸ τὰ πόδια μου καὶ τὶς ἀπαλάμες – κι ἀπὸ τὴν τρυπημένη μου καρδιά – βγαίνει νερὸ μονάχα. Εἶμαι καρφωμένος σὰν καὶ σένα. Καὶ κάτωθέ μου ἀστράφτουνε, βροντολογᾶνε καὶ μὲ σουβλίζουνε λάμες ἀμέτρητες. Καὶ γλῶσσες ἀμέτρητες μὲ βλαστημᾶνε καὶ μὲ φτυοῦνε.   Κι ἀργῶ νὰ πεθάνω.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Δὲ σοῦ καρφώσανε, ὑποθέτω, καὶ τὴ γλώσσα σου! Βλαστήμα τους καὶ σὺ καὶ φτύνε τους• ἔτσι θὰν  νὰ τοὺς δείξεις, πὼς εἶσαι ἄντρας καὶ δὲν τοὺς φοβᾶσαι. Δὲν μποροῦνε νὰ σοῦ κάνουνε τίποτα παραπάνου.
      ΙΗΣΟΥΣ
      (γαλήνια)
Πατέρα… Συγχώρεσέ τους. Εἶναι ἀθῶοι! Δὲν ξέρουνε τὶ κάνουνε καὶ τὶ λένε.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (θυμωμένα στὸ Μῶμο)
Ποιοὶ μωρέ, δὲν ξέρουνε τὶ λένε καὶ τὶ κάνουνε;  Ἐμεῖς;
      ΜΩΜΟΣ
Οἱ Ἑβραῖοι. Αὐτοί , ποὺ τὸν ἔχουνε σταυρώσει.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τί;  Ἄνθρωποι τόνε σταυρώσανε;  Τὶ Θεός εἶναι!
      (στὸν Ἰησοῦ δυνατὰ καὶ σηκώνοντας τὸ κεφάλι του ψηλά, ὅσο μπορεῖ)
Ἐμένα μὲ καρφώσανε Θεοί. Πολλοί Θεοί μαζί. Πῶς τὸ δέχτηκες μοναχά καὶ νὰ σ’ ἀγγίξουν αὐτὰ τὰ ζωντόβολα;
      (προσταχτικὰ)
Κατέβα γρήγορα ἀπὸ κεῖ!  Ντροπιάζεις τὸ σόι μας!
      ΙΗΣΟΥΣ
      (πάντα γαλήνια)
θὰ ὑπάρξουνε μαθητές μου, ποὺ θὰν τοὺς καρφώνουνε τὰ πόδια μὲ σφῆνες τρεῖς πιθαμὲς βαθιά στὴ γῆς κι αὐτοὶ πάλι θὰ περπατᾶνε. Μποροῦσα τὸ λοιπὸν κι ἐγὼ πολὺ πιὸ εὔκολα νὰ κατέβω ἀπὸ τὸ σταυρό μου. Μὰ δὲ θέλω.  Ἦρθα στὸν κόσμο ἐπίτηδες γιὰ νὰ πεθάνω…
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Γιὰ ποιὸν λόγο;
      ΙΗΣΟΥΣ
Γιὰ νὰ τόνε σώσω!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (περιφρονητικὰ)
Τοὺς Ἑβραίους! Χαρὰ στὸ πράμα!  Ἄμ τοὺς ξέρω τοὺς Ἑβραίους! ‘Ὅντας ἤμουνα λεύτερος καὶ  νιός – καὶ δὲ μὲ χωροῦσε ὁ τόπος – ξέπεσα κάποτε στὴ χώρα τους.  Πῶς βρωμᾶνε!  Λάδι ταγκό!  Κόκκινα μαλλιὰ σὰν τοῦ τσακαλιοῦ• μύτες μεγάλες καὶ καμπουρωτὲς  - ὄρνια μονάχα• μάτια γρήγορα κι ἀναμμένα σὰν τῆς γάτας τὴ νύχτα• σκουλαρίκια στ’ αὐτιὰ καὶ  πανάδες στὰ μάγουλα καὶ στὰ χέρια• φωνὲς στριγγλιάρικες σὰν τὸ γάβγισμα τῆς φώκιας.  Λωβιασμένοι καὶ ψεῦτες, πατριῶτες καὶ θρῆσκοι, πουλᾶνε πατρίδα καὶ θεὸ γιὰ λίγες δεκάρες.
      ΜΩΜΟΣ
Οἱ  Ἕλληνες εἶναι καλύτεροι;
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Χειρότεροι. Οἱ  Ἕλληνες Θεοί, αὐτοί ‘ναι καλύτεροι!  Πιὸ ὄμορφοι, πιὸ ξυπνοί, πιὸ παληκάρια.  Καὶ φαγάδες καὶ γυναικάδες, ὅσο δὲν παίρνει.
      ΜΩΜΟΣ
Θὰ σώσει καὶ τοὺς Ἕλληνες.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Σώθηκε!
      ΜΩΜΟΣ
Θὰ σώσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τοὺς ἔσωσα κι ἐγὼ μιὰ φορὰ καὶ πρόκοψα! Καλὰ τοὺς εἶχα φκιάσει ὁλάκερους ἀπὸ λάσπη! Τὶ μοῦ κατέβηκε νὰ τοὺς δώσω καὶ πνέμα; Πῶς ἤτανε ἀλήθεια στὴν ἀρχή!  Τριχωτοὶ ἀπ’ τὴν κορφὴ ὡς τὴ φτέρνα μὲ τὰ μάτια κολλητὰ τὸ ἕνα μὲ τ’ ἄλλο στὴ ρίζα τῆς μύτης. Δείχνανε τὰ σουβλερά τους δόντια συναμεταξύ τους καὶ γρούζανε στριγγλιάρικα…  Τὰ χέρια τους μακρύτερ’ ἀπ’ τὰ πόδια σερνότανε χάμου στὴ γῆς, σὰν περπατούσανε, γέρνοντας μπροστὰ καὶ τρεκλίζοντας ζερβὰ δεξιά.  Σωστές μαϊμοῦδες. Ἔκλεψα τὴ φωτιὰ ἀπὸ τὸν Ὄλυμπο καὶ τοὺς τὴν ἔφερα. Τοὺς ἔδωσα τὸ λογικὸ καὶ τὴ γλώσσα. Τοὺς ἀνέβασα ψηλά, ἴσαμε τοὺς Θεούς. Κι αὐτοὶ μὲ προδώσανε. Μὲ τὸ λογικὸ ἀνακαλύψανε τὴ μπαμπεσιὰ καὶ τὴν ἀχαριστία• καὶ μὲ τὴ γλώσσα τὸ ψέμα καὶ πάλι τὸ ψέμα!  Καὶ τὶ τοὺς γύρεψα γι’ ἀντάλλαγμα; Νὰ μὲ βοηθήσουνε κι αὐτοὶ  ἐνάντια στὸ Δία γιὰ νὰ τοῦ πάρω τὴν ἐξουσία του Κόσμου. Καὶ  νὰ μὲ  τιμᾶνε πιότερο ἀπ’ τὸ Δία – γιατί, θαρρῶ, τὸ ἀξίζω!  Αἴ, λοιπόν! Σὰν τοὺς ρώτηξε ὁ Δίας ἀστράφτοντας ἀπάνου ὡς κάτου ἀπὸ τὸ θυμό: «ποιὸς σᾶς ἔδωσε τὴν οὐράνια φωτιά μου;» - « Ὁ Προμηθέας! Ὁ Προμηθέας!» φώναξαν οὗλοι μαζί, καὶ χιλιάδες δάχτυλα βουτηγμένα στὸ φαρμάκι μὲ δείχνανε στὸν Τύραννο. Να ‘τος!  Αὐτοὶ μὲ χέρια καὶ μὲ δόντια βοηθήσανε τὸ Κράτος καὶ τὴ Βία νὰ μὲ πιάσουνε καὶ νὰ μ’ ἁλυσοδέσουν. Κι ὅντας ἐτοῦτ’ οἱ ἀνελέητοι μπράβοι τοῦ Δία μὲ καρφώνουν ἐδῶ ψηλά, τὰ ζαγάρια ξελαρυγγιζόντανε  ἀπὸ κάτου: « Ἔτσι καὶ χειρότερα… Ἄνομε!...»  Δὲ θάρτω μιὰ μέρα στὰ πράματα;
      ΜΩΜΟΣ
      (ἥσυχα)
Δὲ φταῖνε αὐτοί.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ποιὸς φταίει δηλαδή; Ὁ Δίας;
      ΜΩΜΟΣ
Ἐσύ!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (ὀργισμένα)
Ἐγώ;
      ΜΩΜΟΣ
Ναί! Ἐσύ! Ποὺ νικήθηκες.  Ἄν νικοῦσες τὸ Δία, τότες ὅλοι θά ‘τανε μαζί σου. Καὶ θεοί κι ἀνθρώποι. Ὅλοι τότες θὰ βοηθούσανε τὴν ἀφεντιά σου νὰ πιάσεις τὸν ὀχτρό σου καὶ νὰ τὸν ἁλυσοδέσεις. Καὶ τὸ Κράτος καὶ ἡ Βία θὰ σὲ παραστεκότανε μπράβοι δικοί σου. Καὶ θὰ τὸν καρφώνανε κατά δική σου προσταγή στὸ ἴδιο μέρος μὲ τὰ ἴδια καρφιά. Κι ὁ Μορφονιὸς ὁ Ἑρμῆς θά ‘τανε κοπέλι δικό σου, νὰ πηγαινοέρχεται γιὰ τὴ δοκιμὴ τῶν καρφιῶν καὶ τῶν χαλκάδων του. Τότες ὁ Δίας θά ‘ταν ὁ ἀποστάτης καὶ ὁ ἄνομος.  Κι ὡς τώρα θὰ τὸν εἶχαν οὗλοι ξεχάσει, ὅπως ξεχάσανε καὶ σένα. Δὲν τὸ ξέρεις; Πάντα οἱ νικημένοι ἔχουνε τ’ ἄδικο. Καὶ τ’ ἄβουλο πλῆθος πάει ταχτικὰ μὲ τοὺς νικητές. Ὡς τώρα ἡ ἱστορία τοῦ Κόσμου εἶναι ἱστορία τῶν Νικητῶν.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Κι ὅμως ἐγώ θέλησα νὰ τοὺς λευτερώσω  ἀπό τὸν Τύραννο.
      ΜΩΜΟΣ
Αὐτὰ νὰ μὴν τὰ λὲς σὲ μένα!... Γιὰ νὰν τοὺς ὑποτάξεις στὴν τυραννία τὴ δικιά σου. Τοὺς γέλασες, πὼς θὰ πολεμούσανε γιὰ  τὸ δικό τους τὸ συφέρο: γιὰ λευτεριά, δικαιοσύνη, καὶ  παντοτινή εὐτυχία. Ἐνῶ πολεμήσανε μονάχα γιὰ ν’ ἀλλάξουν ἀφέντη – γιὰ τὸ δικό σου τὸ συφέρο. Τὰ ἴδια κάνουνε κ’ οἱ ἀφέντες, οἱ τυράννοι τῆς Γῆς… Ὡστόσο δὲν εἶναι δὰ πιὸ ἀχάριστοι καὶ προδότες οἱ λαοὶ  ἀπ’ ὅσο τοῦ λόγου σας ἄδικοι καὶ ψεῦτες.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Γιὲ τοῦ Ἥλιου καὶ τῆς Νύχτας. Παραεῖσαι, μοῦ φαίνεται, σοφιστής.  Πιότερο βαστᾶς ἀπὸ τὴ μάνα σου, παρὰ ἀπὸ τὸν μπαμπά σου. Πάντα μοῦ χαλνᾶς τὸ κανονικὸ  περπάτημα τῆς σκέψης μου: τὸν αἰώνιο ρυθμό τοῦ Κόσμου. Δὲν ἤτανε δύσκολο να ‘χες καὶ σὺ μιὰ ψίχα λογικό – ἀφοῦ ἔχουν ἀκόμα κι ἄνθρωποι!
      (σὲ λίγο)
Κι ἀπὸ τὶ θὰ σώσει τοὺς ἀνθρώπους;
      ΜΩΜΟΣ
Ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Κι αὐτὸ τὸ λέει σωτηρία; Μὰ ἡ ἁμαρτία εἶναι ὅλ’ ἡ εὐτυχία  κ’ ἡ λευτεριά τῶν Θεῶν.
      ΜΩΜΟΣ
Καὶ τῶν κυρίων τῆς Γῆς.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ἄν θυμᾶμαι τώρα τίποτα καὶ ζηλεύω – ὕστερις ἀπὸ τόσων αἰώνων κάρφωμα – εἶναι οἱ ἁμαρτίες ποὺ ἔχω κάνει. Καὶ γιὰ νὰ μπορέσω νὰ ξανακάνω πάλι, μοῦ χρειάζεται ἡ ἐξουσία. Νὰ γιατὶ δὲν ὑποτάζομαι. Ἄν ἤθελε νὰν τοὺς σώσει, θάπρεπε νὰν τοὺς ἔδινε τὴ λευτεριὰ νὰ κάνουν ἁμαρτίες. Μὰ λευτεριὰ θὰ πεῖ δύναμη. Καὶ μεῖς οἱ Ἕλληνες Θεοὶ δὲ θ’ ἀφήναμε σὲ κανένανε νὰ μᾶς πάρει τὴ δύναμή μας.
      ΜΩΜΟΣ
      (στὸν ἴδιο τόνο)
Οὔτε κ’ οἱ δυνατοί τοῦ Κόσμου!
      (σιγότερα)
Δὲν μποροῦνε νὰ σωθοῦν οἱ ψυχές ἀπὸ τίποτα, ὅσο παραμένει ὄξω τους ἡ αἰτία τοῦ Κακοῦ.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ποιὰ;
      ΜΩΜΟΣ
Ἡ  Ἀνισότητα.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μὲ σκότισες!  Πάψε!..
      (σὲ λίγο)
Μὰ δὲν καταλαβαίνω, πῶς, γιὰ νὰ σωθοῦν οἱ ἀνθρώποι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, πρέπει αὐτός νὰ πεθάνει!
      ΜΩΜΟΣ
Οἱ ἀνθρώποι θὰ σωθοῦν, ἅμα τὸν πιστέψουνε γι’ ἀληθινὸ θεό. Μὰ γιὰ νὰ τὸν πιστέψουνε, θὰ κάνει τὸ θάμα ν’ ἀναστηθεῖ. Γιὰ ν’ ἀναστηθεῖ πρέπει νὰ πεθάνει πρῶτα.  Γι’ αὐτό συχωρνάει τοὺς σταβρωτῆδες του• ἀκόμα δὲν ξέρουνε πὼς εἶναι θεός.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Αὐτὰ εῖναι πράγματα πολὺ ἀνατολίτικα!  Καὶ ποιὰ ἡ ἀνάγκη νὰ σωθοῦνε οἱ ἀνθρώποι;  Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες θεοὶ δὲ δίνουμε ἕνα ὄβολο γιὰ δαύτους. Ὄχι νὰ πεθάνουμε κιόλας!  Καὶ  τὸ κάτω τῆς γραφῆς, ἄν ἤθελε νὰ τὸν πιστέψουνε γιὰ θεό, μποροῦσε νὰν τοὺς ἔκανε κανένα μεγάλο κακό, γιὰ νὰν τότε φοβηθοῦνε. Νὰν τοὺς ἔκαιγε μ’ ἀστροπελέκια κι αὐτουνοὺς καὶ τὰ χωριά τους. Νὰν τοὺς ζεμάτιζε μὲ βραστὸ νερό. Νὰν τοὺς ἔστελνε πανούκλα, σεισμοὺς καὶ καταποντισμούς…
       ΜΩΜΟΣ
Αὐτά ξεχνιοῦνται γρήγορα.
       ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (κοροϊδευτικὰ)
Μὰ θαρρῶ, πώς, ἅμα τὸν πιστέψουν, αὐτὸς θὰ σωθεῖ κι ὄχι ἐκεῖνοι!
      ΜΩΜΟΣ
Μὰ δὲν τοὺς ζητάει, ὅπως ἐσεῖς οἱ Ἕλληνες θεοί, σφαχτάρια καὶ γυναῖκες! Γιὰ τὸν ἑαυτό του δὲ ζητάει τίποτα.
      (σιγότερα)
Παραδίνει ὅμως τὰ κοπάδια τῶν σκλάβων, ψυχικά δεμένα, στοὺς κυρίους τῆς Γῆς.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ξέχασα νὰ ρωτήσω. Θὰ τὸν ἰδοῦν οἱ Ἑβραῖοι ν’ ἀνασταίνεται;
      ΜΩΜΟΣ
Κανένας. Μονάχα μετὰ τὴν ἀνάστασή του θὰ παρουσιαστεῖ στοὺς μαθητάδες του. Σὰν ὅραμα.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Δηλαδὴ σὲ κείνους, ποὺ τόνε πιστέψανε καὶ πρὶν πεθάνει! Μὰ τότες ἤτανε ὁλότελα περιττὸ νὰ πεθάνει. Νὰ παρουσιαστεῖ στοὺς σταβρωτῆδες του! Σὲ κείνους ποὺ δὲν τόνε πιστεύουνε. Μέρα μεσημέρι στὴν Ἀγορά! Κι ὁλόσωμος! Ἐδῶ τόνε θέλω.  Ἐξόν ἄν φοβᾶται!
      ΜΩΜΟΣ
Τὶ  Ἕλληνας! Ἅμα τόνε βλέπανε, τότες ἴσα ἴσα δὲν θὰ τόνε πίστευε κανένας. Θὰ μαθευτεῖ ὅμως ἀπὸ στόμα σὲ στόμα, πὼς ἀναστήθηκε. Καὶ τότες ὅλοι θὰ πιστέψουνε. Δὲ ξέρεις καημένε τὴ λαϊκὴ ψυχή. Οἱ λαοὶ πιστεύουνε πιότερο τ’ αὐτιὰ τους παρὰ τα μάτια τους. Πιότερο  τὸ μύθο παρὰ τὰ γεγονότα. Πιότερο τὴ φαντασιὰ τους παρὰ τὴν κρίση τους. Μήπως ἐσένα, τὸ Δία, τὴν Ἀφροδίτη – κι ὅλους τοὺς ἄλλους – σᾶς ἔχουνε ἰδωμένα οἱ Ἕλληνες καὶ σᾶς πιστεύουνε; Ἐμεῖς θὰ σᾶς δείξουμε στοὺς λαούς. Ἔτσι μονάχα θὰ πάψουνε νὰ σᾶς πιστεύουνε.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μὴ μοῦ κάνεις, εἶπα, τὸν ἔξυπνο!
      (στον Ιησού)
Αὐτά δὲν εἶναι λογικὰ πράματα!
      ΙΗΣΟΥΣ
Τὸ λογικὸ δὲν φελᾶ σὲ τίποτα. Μήτε τὸ πολύ, μήτε τὸ λίγο. Μήπως οὶ φιλόσοφοι ξέρουνε περισσότερα ἀπ’ τὰ πουλιά τ’ οὐρανοῦ κ’ ἀπ’ τὰ σκουλήκια καὶ τὰ λούλουδα τῆς Γῆς; Μήπως εἶναι καλύτεροι ἀπ’ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Ὅσο πιὸ ξανοίγεται ἡ σκέψη, τόσο πιὸ στενεύουν οἱ καρδιές. Κι ὁ ἄνθρωπος χάνεται. Ἐγώ προσπάθησα νὰ φωτίσω τὴν καρδιά τους. Νὰ τῆς δώσω μεγαλύτερην ἅπλα καὶ πιότερο βάθος. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι βασιλεία τῆς καρδιᾶς. Ὅπως ἐγώ θυσιάστηκα γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους  ἀπὸ καλωσύνη, Ἐγὼ ὁ βασιλιὰς τῶν Οὐρανῶν καὶ Θησαυρὸς τῶν Ἀγαθῶν, ἔτσι θὰ μάθουνε κ’ οἱ  βασιλιάδες τῆς Γῆς νὰ θυσιάζονται γιὰ τοὺς σκλάβους καὶ νὰν τοὺς ἀγαπᾶνε.  Τότε δὲν θὰ ὑπάρχουνε ψευτιὰ καὶ ἀδικία.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (ἀπότομα)
Ἔτσι αἴ;  Νὰ ξοδιάζουνε τὸ πνέμα τους, νὰ χαραμίζουνε τὴ δύναμή τους οἱ ἄξιοι γιὰ τοὺς τιποτένιους! Γιὰ νὰν τοὺς μοιάσουνε! Αὐτό δὲν ξανακούστηκε! Εἶμαι παλιότερος ἀπὸ σένα. Αὔριο μεθαύριο θά ‘μαι κι ὁ πρῶτος ἀπ’ ὅλους σας. Μπορῶ νὰ σὲ διατάζω καὶ νὰ σὲ δασκαλεύω. Μάθε το λοιπὸν ἀπὸ μένα. Εἶναι κανεὶς δυνατός, γιατὶ ἀγαπάει μονάχα τὸν ἑαυτό του καὶ μπορεῖ νὰ θυσιάζει τοὺς ἀλλουνούς.  Ὁ δυνατὸς ἔχει χρέος νὰ πληθαίνει τὴ δύναμή του κι ὄχι νὰν τήνε λιγοστεύει. Κ’ ἡ περισσότερη δύναμη δὲ χαρίζεται. Παίρνεται. Παίρνεται μὲ τὴ βία ἀπὸ τοὺς ἄλλους δυνατούς. Αὐτό δὲν εἶναι νόμος, ποὺ τόνε φκιάσαμ’ ἐμεῖς οἱ θεοί. Ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ μας. Εἶναι Ἀνάγκη.
      ΜΩΜΟΣ
      (κοροϊδευτικὰ)
Σεῖς οἱ δυνατοί – πρῶτα τῆς Γῆς κ’ ὕστερα τ’ Οὐρανοῦ – δὲ μπορεῖτε νὰ ὑπάρχετε χωρίς τοὺς ἀδύνατους.  Τὴ δύναμή σας τὴν κλέβετε ἀπὸ δαύτους. Κ’ ὕστερα πολεμᾶτε συναμεταξύ σας ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ τὴν κάνει ὁλάκερη δικιά του.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (στὸ Μῶμο θυμωμένα)
Ἐσὺ νὰ μὴν ἀνακατεύεσαι!
      (στὸν Ἰησοῦ)
Μπὰς καὶ σοῦ πέρασε ἡ ἰδέα – ἐπειδὴ μὲ βλέπεις καρφωμένον ἐδῶ – πὼς τάχατε θυσιάστηκα κι ἐγώ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους; Δὲ θυσιάστηκα γιὰ κανένανε. Τὴν ἔπαθα – γιὰ λογαριασμό μου. Δὲν πρέπει νὰ στοχάζεται κανείς με τὰ μάτια. Νὰ πηγαίνει πέρ’ ἀπ’ τὰ φαινόμενα.
      ΜΩΜΟΣ
      (πειραχτικὰ)
Μὰ καὶ δὲν πρέπει νὰ στοχάζεται κανείς μὲ τ’ αὐτιά του καὶ δίχως μάτια. Νὰ πηγαίνει πέρ’ ἀπ’ τὰ λεγόμενα. … Μὴν ἀκοῦς λοιπόν, τὶ λέει. Ἔνια σου! Δὲν ἦρθε νὰ καταλύσει τὴ Δύναμη. Ἦρθε νὰ τὴ στεριώσει πιὸ πολύ.  Εἶσαι λιγάκι πρωτόγονος καὶ χοντροκομμένος. Τὰ λὲς ὄξω ἀπὸ τὰ δόντια.  Ὁ νέος θεὸς (ὅσοι θὰ μιλᾶνε γιὰ λογαριασμό του) εἶναι πιὸ πιτήδειος, πιὸ διπλωμάτης. Ξέρει τὴ δουλειά του καλύτερα.  Ἡ μέθοδο ἡ δική σου (τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ρωμαίων) εἶναι ἡ μέθοδο τοῦ “ἔτσι θέλω ἐγώ ὁ ἀφέντης!” Ἡ μέθοδο ἡ δική του, εἶναι ἡ μέθοδο,  τοῦ“ἔτσι θέλει ὁ θεός• ἔτσι θέλουνε κι οἱ σκλάβοι!”.  Εἶναι μέθοδο πολιτισμένη. Χάρη σ’ αὐτήνε θὰ μπεῖ ρυθμὸς καὶ τάξη στὸ μυαλὸ καὶ τὴν ψυχὴ τῶν ἀδικημένων. Θὰ ζητᾶνε μοναχοί τους ν’ ἀδικιοῦνται – γιὰ καλό τους. Μὰ θὰ ρωτήξεις: “ποῦ εἶναι τελοσπάντων αὐτὴ ἡ θυσία τῶν δυνατῶν;”  Καὶ λίγο τό ἔχεις νὰ κοπιάζουνε νὰ κυβερνᾶνε καὶ ν’ ἀδικοῦνε τὸ βρωμολαὸ γιὰ καλό του;
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Δὲν πολυκαταλαβαίνω.
      ΜΩΜΟΣ
Ἦρθε λέει νὰ σώσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους … μετὰ θάνατον.  Μὰ θὰ σώσει μοναχὰ τοὺς ἀφέντες ἐδῶ στὴ Ζωή. Αὐτουνοὺς ποὺ κατέχουν ὅλα τ’ ἀγαθὰ καὶ ὅλη τὴ δύναμη. Τοὺς σωσμένους.  Μὰ ἐκεινούς, ποὺ ἔχουν ἀνάγκη νὰ σωθοῦνε•  ἐκεινούς , ποὺ τὰ στεροῦνται ὅλα, τοὺς ἀπαγορεύει νὰ πιθυμοῦνε τ’ ἀγαθὰ τῶν ἀλλονῶν καὶ ν’ ἀντιστέκονται στὴ δύναμή τους. Αὐτοὶ θὰ πλουτίσουνε καὶ θὰ λευτερωθοῦνε, ἀφοῦ πεθάνουνε πρῶτα. Εἰς αἰώνα τὸν ἅπαντα. Διδάχνει, καθὼς βλέπεις, τὴν ἁγιότητα τῆς Σκλαβιᾶς καὶ τῆς Πείνας•  δηλαδὴ τὸ δίκιο τῆς Δύναμης καὶ τῆς Βίας ἀπό τὴν ἀνάποδη. Οἱ θεωρίες σας διαφέρουνε μονάχα στὴ διατύπωση. Κατὰ βάθος εἶναι οἱ  ἴδιες κι ἀπαράλλαχτες.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (βαριεστισμένα)
Κατάλαβα…
      ΜΩΜΟΣ
Ἄν δὲν ἤμουν ἐγὼ νὰ σοῦ ξηγῶ, δὲ θὰ καταλάβαινες καὶ σπουδαῖα πράματα. Κι ἄς καμαρώνεις πὼς εἶσαι τάχατες ὁ θεὸς τῆς Λογικῆς
      (πειραχτικὰ)
Ἔχει δίκιο νὰ σοῦ λέει, πὼς τὸ λογικὸ δὲ φελᾶ σὲ τίποτα.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (στὸν ἴδιο τόνο )
Σπουδαῖα πράματα μοῦ ξηγᾶς!  Σπουδαῖα πράματα καταλαβαίνω!   Ἄς λείπανε!
      ΙΗΣΟΥΣ
      (γαλήνια)
«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες… Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι… ὅτι αὐτῶν ἔστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν».
      ΜΩΜΟΣ
Σιγά! Μὴ σ’ ἀκούσουν οἱ χορτάτοι κ’ οἱ ξυπνοὶ καὶ ζηλέψουνε τοὺς πεινασμένους καὶ κουτούς!
      ΙΗΣΟΥΣ
      (στὸν ἴδιο τόνο)
«Ἡ πίστη σου σέσωκέ σε!» Ὅποιος πιστεύει στὸν ἀληθινὸ θεὸ σώζεται. Κι ὁ πλούσιος κι ὁ ξυπνός.
      ΜΩΜΟΣ
Περισσότερο ἀπ’ ὅλους θὰ σὲ πιστέψουν οἱ πλούσιοι. Γιατί ‘ναι ξυπνοί. Ὑπάρχει ἀληθινότερος θεὸς ἀπὸ κεῖνον, ποὺ τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ‘ναι πλούσιοι, δηλαδὴ νὰ κλέβουνε τοὺς φτωχούς;  Ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς βάζεις πρώτη καὶ καλύτερη τὴν πίστη. Κι ἀπ’ ὅλες τὶς ἁμαρτίες πρώτη καὶ χειρότερη τὴν ἀπιστία.  Ἔτσι ὁ θεομπαίχτης, ποὺ πιστεύει ἀπὸ ἐξυπνάδα, εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὸν ἄθεο ποὺ δὲν πιστεύει ἀπὸ γνώση.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (στὸν Μῶμο)
Μὲ κούρασε ὁ πελάτης σου!  Πότε θὰ πεθάνει;
      ΜΩΜΟΣ
 Βιάζεσαι; Ὅπου καὶ νά ‘ναι!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ζηλεύω! Τόνε ζηλεύω ποὺ θὰ ξεκουράσει τὸ σῶμα του. Γιὰ τρεῖς μέρες.
      ΜΩΜΟΣ
Γιὰ πάντα.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ἄχ!  Νὰ μποροῦσα κ’ ἐγώ νὰ κοιμηθῶ μιὰν ὥρα!  Ἔτσι νὰ σταματήσει γιὰ λίγο τὸ προαιώνιο σβούρισμα τοῦ Κόσμου ὁλόγυρά μου καὶ τὸ σπάραμα τῆς πληγῆς μου ὁλόγυρα ἀπ’ τὸν Κόσμο.  Νὰ ξεχάσω γιὰ λίγο τὸν πόνο μου…
      ΜΩΜΟΣ
Τὸ μίσος καὶ ἡ πλεονεξία σου!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μοῦ φαίνεται, πὼς ἔχω καρφωθεῖ καὶ ριζώσει ἀπάνου στὸ Χρόνο. Καὶ φεύγω καὶ ξανάρχομαι ἀκατάπαυτα μαζί του, χωρὶς νὰ κουνιέμαι ἀπὸ τὴ θέση μου.  Μάνα μου Γῆς!  Ξανακλεῖσε με γιὰ μιὰ στιγμὴ μονάχα μέσα στ’ ἀπέραντα βάθια τῆς κοιλιᾶς σου!  Κοίμισέ με γιὰ μιὰ στιγμὴ μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη καὶ τὴν κρυάδα τῆς ὕλης σου!  Μ’ ἀγαπᾶς τὸ λοιπὸν λιγότερο ἀπ’ τὶς πέτρες σου;
      ΜΑΝΑ  ΓΗΣ
Ποιὸς εἶσαι;
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ὁ Προμηθέας. Ὁ γιός σου.
      ΜΑΝΑ ΓΗΣ
Δὲ σὲ ξέρω.  Δὲ ξέρω μὲ τ΄ ὄνομα κανένα ἀπ’ τὰ παιδιά μου.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Εἶμαι ὁ θεός τῆς Φωτιᾶς καὶ τοῦ Λογικοῦ. Ἕνας ἀπὸ τοὺς Τιτάνες!
     ΜΑΝΑ ΓΗΣ
Θεός;   Καὶ ζητᾶς ἐγὼ νὰ σὲ βοηθήσω;  Καὶ νὰ μποροῦσα δὲ θὰ τό ‘κανα.  Νὰ  φύγετε!  Νὰ φύγετε ὅλοι ἐσεῖς ἀπὸ πάνω μου!   Ἐξ αἰτίας σας ὑποφέρω κι ἐγώ.  Ἔγινα Χτῆμα.  Γεννῶ, καρπίζω, λουλουδίζω• στολίζομαι καὶ ὀμορφαίνω γιὰ ὅλα τὰ παιδιά μου. Μὰ μὲ χαίρονται λίγοι. Αὐτοὶ ποὺ μὲ κατέχουνε. Καὶ δὲ μπορῶ νὰ γλυτώσω ἀπὸ τὴ φάρα τους. Νὰν τοὺς ἔκαιγα μὲ λιωμένο μαντέμι! Ν’ ἄνοιγα τὰ σπλάχνα μου νὰν  τοὺς ἐκατάπινα! Ἅμα χαλάσω ἕναν ἀπὸ δαύτους, ξεφυτρώνουνε δυὸ καὶ πέντε. Αὐτοί  ‘ναι οἱ χαμοθεοί μου. Καὶ τοὺς μισῶ.  Ἐσεῖς, οἱ πανωθεοί,  εἴσαστε παιδιὰ δικά τους. Όχι δικά μου. Καὶ σκοτώνεστε ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλονε, ποιὸς θὰ μὲ φάει μονάχος.
      (σιγὴ)
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (στὸν Ἰησοῦ)
Δὲ σὲ βλέπω.
      ΙΗΣΟΥΣ
Ἐγώ σὲ βλέπω.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Θά ‘σαι νέος πολύ. Ἔτσι δείχνουν οἱ κουβέντες σου.
       ΜΩΜΟΣ
Τριαντατριῶ χρονῶ.
       ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Καλὰ τό ‘λεγα! Παιδί!  Κ’ οἱ στοχασμοί του παιδιάστικοι.
      (στὸν Ἰησοῦ)
Καὶ γιὰ ποιὰν ἀφορμὴ σὲ σταβρώσαν οἱ Ἑβραῖοι;
      ΙΗΣΟΥΣ
Δίδαξα…
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (κοροϊδευτικὰ)
Καμμιὰν ἐπανάσταση βέβαια!  Μάταια πράματα.  Ὅλοι στὴν ἡλικία σου ἔχουν αὐτήνε τὴ λόξα. Μὲ τὰ χρόνια τους περνάει – ὅπως κ’ ἐμένα!
      ΙΗΣΟΥΣ
Ἀπαγόρεψα κάθε ἐπανάσταση. Δίδαξα τὴν ὑποταγὴ στὸ Νόμο. Τὴν Ἀγάπη τοῦ πόνου καὶ τὸν Πόνο τῆς ἀγάπης.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μὰ τότε πῶς σὲ θανάτωσε ὁ Νόμος; Ἐσὺ δὲν πῆγες κόντρα. Τόνε θεοποίησες καθὼς βλέπω.
      ΙΗΣΟΥΣ
Μὲ θανάτωσε γιὰ ἐπαναστάτη καὶ γι’ ἀντίθεο.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Περίεργο!
      ΜΩΜΟΣ
‘Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε, πὼς θά ‘δινε τάχα στοὺς φτωχοὺς (ἄν καθόντανε φρόνιμα!), τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μὰ τοῦτ’ οἱ κακομοίρηδες ἀκούγανε μοναχὰ τὸ «βασιλεία» δὲν τ’ ἀκούγανε τὸ «οὐρανῶν!».  Καὶ πήρανε τὰ μυαλά τους ἀέρα.  Γιατὶ νομίζανε, πὼς θά 'διωχνε τὸν ξένο τύραννο, τοὺς Ρωμαίους, καὶ θά ‘δινε σ’ αὐτοὺς τὴ βασιλεία τῆς Ἰουδαίας.  Μὰ οἱ ντόπιοι τύραννοι, οἱ πλούσιοι Ἑβραῖοι – Φαρισαῖοι καὶ μεγαλοπαπάδες -  φοβηθήκανε πὼς, ἅμα χάνανε τὴν προστασία τῶν ξένων, θὰν τοὺς παίρναν οἱ κουρελῆδες τὰ πλούτια τους καὶ τὰ εἰσοδήματά τους.  Γι’ αὐτὸ  μεγαλοπαπάδες καὶ Φαρισαῖοι, κάνανε συμβούλιο καὶ τὸν κατηγορήσανε ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ στὴ ρωμαϊκὴ ἐξουσία γιὰ ὀχτρὸ τοῦ Νόμου, κι ἀπ’ τὴν ἄλλη στὸν Ἰουδαϊκὸ λαὸ γιὰ ὀχτρὸ τοῦ θεοῦ.  Ὀχτρὸς τοῦ Θεοῦ;  Τότες ὁ λαὸς τῶν κουρελήδων,  ποὺ εἶναι θρῆσκος (ὅλα κι ὅλα!) ἀγρίεψε, ξεσηκώθηκε, καὶ ζήτησε ἀπ’ τοὺς Ρωμαίους τὸ θάνατό του. Κ’ οἱ Ρωμαῖοι (ἕνας Ἑβραῖος λιγότερος στὸν κόσμο, τόσο τὸ καλύτερο!) τὸν παραδώσανε στοὺς Φαρισαῖους, στοὺς μεγαλοπαπάδες καὶ στὸ λαὸ κι αὐτοὶ τόνε σταβρώσανε μετὰ χαρᾶς.
      ΙΗΣΟΥΣ
Αὐτὸ ἤθελα. Ἔπρεπε νὰ μὲ σκοτώσουνε γιὰ νὰ συχωρεθοῦνε…
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Πάλι τὰ ἴδια;
      (σιγὴ)
      ΜΩΜΟΣ
Οἱ Φαρισαῖοι κ’ οἱ παπάδες ὅλου τοῦ κόσμου ὕστερ’ ἀπὸ λίγα χρόνια θὰ σὲ κάνουνε θεό. Θὰ σοῦ χτίζουνε μεγαλόπρεπες ἐκκλησιὲς καὶ θὰ σὲ προσκυνᾶνε ντυμένοι  στὸ μάλαμα. Καὶ θὰ καῖνε ζωντανὸν ὅποιονε σ’ ἀρνιέται.  Ἐσὺ ὁ Θεὸς – Πνέμα, Σωτήρας τῆς Ψυχῆς, θὰ γίνεις ὁ Θεὸς – Σωτήρας τῆς Κοιλιᾶς τους. Γι’ αὐτουνοὺς ἀπόθανες. Ἀντὶς νὰ φέρεις τὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, θεμέλιωσες τὴ βασιλεία τοῦ Πλούτου.
Θὰ ‘πρεπε ν’ ἀφάνιζες τοὺς Φαρισαίους καὶ τοὺς μεγαλοπαπάδες, ἄν ἤθελες νὰ σώσεις τὰ μιλλιούνια τῶν σκλάβων. Μὰ τότε δὲ θὰ γινόσουνα θεός!
      ΙΗΣΟΥΣ
Κάθε ἐγκόσμια ἐξουσία εἶναι προσωρινή. Τὶς ἄφησα ὅλες νὰ ὑπάρχουνε, γιατὶ χρειάζονται. Ἀλλιῶς οἱ ἀνθρώποι θὰ γινόντανε χειρότεροι κ’ ἡ δυστυχία τους μεγαλύτερη. Ἡ μεγάλη κι ἀκατάλυτη ἐξουσία στὸν κάτου κόσμο εἶναι ὁ Θάνατος. Αὐτόνε τὸν κατάργησα.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Πῶς;  Ἔκανες τοὺς ἀνθρώπους ἀθάνατους;
      ΜΩΜΟΣ
Μετά θάνατον!  Σοῦ τὸ ξανάπα μὰ δὲν πρόσεξες. Μετὰ θάνατον θὰ τοὺς ἀναστήσει ὅλους στὸν οὐρανό.
      ΙΗΣΟΥΣ
Ἐκεῖ καθένας θὰ κριθεῖ κατὰ τὰ ἔργα του.  Αὐτή ‘ναι ἡ Ἀλήθεια ΜΟΥ.  Η  ΑΛΗΘΕΙΑ.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Φαίνεται, πὼς ἀπὸ τότες, ποὺ καρφώθηκα πολὺ ψηλά, ἐγὼ ὁ πνευματικὸς Λύχνος τοῦ Κόσμου, τὸ σκοτάδι πήχτωσε μὲς στὸ μυαλὸ καὶ τῶν θεῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων!
      ΜΩΜΟΣ
      (στὸν Ἰησοῦ)
Σὺ, ποὺ ἔκανες τὸ θάμα τῶν πέντε ψωμιῶν, δὲν ἔδινες στοὺς πεινασμένους τὴ χάρη νὰ κάνουνε κι αὐτοὶ τὸ ἴδιο θάμα;  Ἔτσι θὰ καταργοῦσες τὴν Πείνα.  Καὶ μαζί της θ’ ἀφανιζόντανε κ’ ἡ Ἄγνοια κ’ ἡ Κάκητα. Καὶ τότες δὲ θὰ ὕπαρχε ἀνάγκη σωτηρίας μετὰ θάνατον…   Μὰ ὅσα ψωμιὰ καὶ νὰ φκιάνανε, εἴτε πέντε χιλιάδες εἴτε κ’ ἕνα μοναχό, πάλι θὰ πεινούσανε.  Θὰν τοὺς τὰ παίρναν ὅλα οἱ Δυνατοί.  Ἀφοῦ δὲν τοὺς ξεπάστρεψες αὐτουνούς, ἄς ἔδινες σὲ κάθε σκλάβο, ἀντὶς τὴν ἀθανασία, ἕνα στιλέτο.
      ΙΗΣΟΥΣ
Ἕνα στιλέτο;  Τὶ νὰν τὸ κάνανε;
      ΜΩΜΟΣ
Γιὰ νὰ δίνανε τὸ γρηγορότερο στοὺς Δυνατοὺς τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
      ΙΗΣΟΥΣ
      (μέσα του μὲ παράπονο)
Πόσο τόνε λυπᾶμαι! Εἶναι καταδικασμένος γιὰ πάντα.
      ΜΩΜΟΣ
Ἀφοῦ δὲν κατάλαβες τὰ γνωστά, πῶς ξέρεις τ’ ἄγνωστα;  Κι ἀφοῦ δὲν κατάλαβες τὰ τωρινά, πῶς ξέρεις τὰ μελλούμενα;
      ΙΗΣΟΥΣ
Τὸ ἄγνωστο εἶμ’ ἐγώ! Ὁ Θεός. Καὶ θέλεις νὰ μὴν τὸ ξέρω;  Τὰ γνωστά ποὺ τόσο τὰ γνοιάζεσαι, εἶναι ὅλα ψεύτικα, γι’ αὐτὸ καὶ τ’ ἀγνοῶ! ¨Ὅσο γιὰ τὰ μελλούμενα, πότε σοῦ εἶπα, πὼς ὑπάρχει μέλλον;  Κατόπι μου ἔρχεται ἡ συντέλεια τοῦ Κόσμου. Μόλις ἀπομένει στοὺς ἀνθρώπους λίγος καιρὸς νὰ ἑτοιμαστοῦνε γιὰ τὴν αἰώνια ζωή. Νὰ μὲ πιστέψουνε καὶ νὰ μετανιώσουνε γιὰ τ’ ἁμαρτήματά τους.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (στὸν Μῶμο)
Τὰ λόγια του δὲν ἔχουνε νόημα.
      ΙΗΣΟΥΣ
Ἐγώ μ’ αὐτά μου τὰ λόγια, ποὺ δὲν ἔχουνε νόημα, θὰ ρίξω ὅλους ἐσᾶς τοὺς ψεύτικους θεούς.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (πειραγμένος)
Θὰ μᾶς ρίξεις μὲ τὰ λόγια;  Δὲ μπορῶ νὰ γελάσω. Πονάει τὸ συκώτι μου! Οἱ θεοὶ ρίχνουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλονε μὲ τὴ Βία καὶ μὲ τὸ Φονικό. Ἔτσι λένε τὰ ἱστορικά τῆς θεοσύνης. Τὸ ἴδιο κάνουνε κ’ οἱ ἀφέντες τῆς Γῆς. Ἔτσι λένε τὰ ἱστορικὰ τῆς ἀνθρωπότητας.  Μιλᾶς σὰν ἕνας ξυλουργὸς ἤ σὰν τρατάρης. Δὲν ἔμαθες γράμματα;
      ΙΗΣΟΥΣ
Ἐγὼ  ἔπλασα τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Κ’ οἱ ἄνθρωποι τὰ γράμματα. Τὶ μποροῦσα νὰ μάθω ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους;
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (κόκκινος ἀπὸ θυμὸ)
Ἐσὺ  ἔπλασες τοὺς ἀνθρώπους;
      ΙΗΣΟΥΣ
Ὁ Πατέρας μου. Δηλαδὴ Ἐγώ.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (στὸ Μῶμο)
Γιατὶ μὲ γέλασες πὼς εἶναι ὁ μόνος Θεός;  Νά! ποὺ ἔχει καὶ Πατέρα!
      ΜΩΜΟΣ
Δὲ σὲ γέλασα.  Ὁ ἴδιος εἶναι Πατέρας τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὁ ἴδιος γέννησε τὸν ἑαυτό του.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (στὸν Ἰησοῦ)
Θὰ  ἔχεις φαίνεται πυρετό! Σ’ ἔπιασε τὸ παραμιλητὸ τοῦ θανάτου!
      (δυνατώτερα)
Ὁ κόσμος γεννήθηκε ἀπὸ τὸ Χάος. Κ’ ἐγὼ ἔπλασα τοὺς ἀνθρώπους μὲ λάσπη. Καὶ τοὺς ἔδωσα καὶ ψυχὴ ἀπὸ λάσπη…  Ἡ λάσπη αὐτὴ μένει πάντα ὁγρή καὶ βρώμικη μέσα τους.
      ΙΗΣΟΥΣ
Ὁ Πατέρας μου ἔπλασε τοὺς ἀνθρώπους μὲ λάσπη. Καὶ τοὺς ἔδωσε γιὰ ψυχὴ τὴν πνοή του τὴν ἴδια! Ἄρα ψυχὴν ἀθάνατη.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Οὔτε ὁ ἥσκιος τῆς λάσπης δὲν μένει μετὰ τὸ θάνατο. Τίποτα. Ὅταν  ὑπόσχεσαι μεταθανάτια ζωὴ στοὺς ἁπλοϊκούς, τοὺς λὲς ψέματα!
      ΜΩΜΟΣ
Κ’ οἱ δυό σας δὲ λέτε τὴν ἀλήθεια. Ὁ κόσμος δὲν ἔχει ἀρχή. Δὲν ἔχει δημιουργό. Ὕπαρχε πάντα. Καὶ γίνεται πάντα μοναχός του.  Ὅσο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἔπλασε… ἡ μαϊμοῦ!  Κ’ ἐσᾶς οἱ ἀνθρώποι.  Σᾶς πλάσαν οἱ ἀφέντες τῆς Γῆς «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή τους». Δουλειά σας εἶναι νὰ διατηρεῖτε τὴν Ἀνισότητα καὶ νὰ προστατεύετε τὴν Ἀδικία. Καὶ μετὰ θάνατον; - Ἀέρας φρέσκος!  Ὄξω ἀπὸ τὸ συφέρο τῶν Κροίσων (μὲ κορώνα καὶ δίχως κορώνα) κι ὄξω ἀπὸ τὴ φαντασιὰ τῶν φοβισμένων καὶ τῶν ἀνίδεων, δὲν ὑπάρχετε πουθενά…
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Γιὲ τῆς Νύχτας! Σοῦ ἀπαγορεύω νὰ παίζεις μαζί μου! Ἀπαιτῶ νὰ μὲ σέβεσαι!
      ΜΩΜΟΣ
      (σκάει στὰ γέλια)
Χά! Χά! Χά!...
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (κατακόκκινος ἀπὸ τὸ θυμό του)
Τὶ γελᾶς, ξετσίπωτε;
      ΙΗΣΟΥΣ
      (ξαφνιασμένος)
Ποιὸς γελάει ἔτσι;
      ΜΩΜΟΣ
Ἐγὼ ὁ Μῶμος! Ἕνας ἀπὸ τοὺς Μώμους! (Εἴμαστε πολλοί!). Καὶ δὲ γελάω ποὺ θυμώνετε• μὰ ποὺ θυμώνετε, δίχως νὰ ὑπάρχετε! Καὶ ποὺ σᾶς κουβεντιάζω, ἐνῶ ξέρω, πὼς δὲν ὑπάρχετε!  Ἀφοῦ ὅμως ὅλ’ οἱ ἄνθρωποι σᾶς πιστεύουνε καὶ σᾶς βλέπουνε, μπορῶ κ’ ἐγὼ νὰ μὴ σᾶς βλέπω καὶ νὰ μὴ σᾶς κουβεντιάζω;
 Τὶ Μῶμος θὰ ἤμουνα!  Ἐξὸν αὐτὸ δὲ θὰ σᾶς ρίξω ἐγὼ μοναχός μου. Θὰ σᾶς ρίξουνε οἱ σκλάβοι, σὰν ξυπνήσουνε μιὰ μέρα.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (περιφρονετικὰ)
Γιὰ νὰ γίνουνε αὐτοὶ θεοί!
      ΜΩΜΟΣ
Γιὰ νὰ γίνουν ἀνθρώποι. Τὶ νὰ τὴν κάνουνε τὴ θεοσύνη σας!  Τὶ νὰ τὴν κάνουνε τὴν ἐξουσία τῆς Πρόληψης καὶ τοῦ Μύθου;  Κι οὔτε κἄν θὰ κοπιάσουνε, γιὰ νὰ σᾶς ρίξουνε.  Θὰ πέσετε μοναχοί σας, χωρὶς νὰ μεταχειριστοῦν ἐνάντια σας οὔτε σαγίτες οὔτε σφεντόνες οὔτε ἀστροπελέκια.  Αὐτὰ θὰ τὰ μεταχειριστοῦν ἐνάντια στοὺς ἀφέντες τῆς Γῆς!  Ἅμα ρίξουν αὐτουνούς, θὰ πέσετε καὶ σεῖς ὁ ἐπουράνιος ἥσκιος τους…
      (σιγὴ)
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ὤχ!...   Σταθεῖτε μιὰ στιγμή.  Ὁ ἀητός τοῦ Δία μοῦ βύθισε τὸ κοφτερό του ψαλίδι ὡς τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς. Πονάω ὅσο ποτές! Κι ὅσο πονάω τόσο μεγαλώνει τὸ μίσος μου. Ἄν εἶχα τόση δύναμη στὰ χέρια, ὅσο μίσος μέσα στὰ σπλάχνα μου, θὰ μποροῦσα μ’ ἕνα τράνταγμά μου νὰ ξεριζώσω τὸν Καύκασο ἀπὸ τὰ θεμέλια του καὶ νὰν τόνε πετάξω πάνου ἀπὸ τὴν Ἀσία καὶ τὴν Ἀσπροθάλασσα κατάκορφα στὸν  Ὄλυμπο.  Θά ‘ λυωνα τὸ κακομοιριασμένο δωδεκάθεο τὴν ὥρα, ποὺ τσακώνεται, μαλλιοτραβιέται καὶ γρατσουνίζεται σὰν ἕνα τσοῦρμο μαϊμοῦδες γιὰ ἕνα καρύδι…  Θά ‘λυωνα καὶ τοὺς ἀνθρώπους!
      ΜΩΜΟΣ
Ἄσε τοὺς ἀνθρώπους. Τὸν Καύκασο τὸν κουβαλᾶνε στὴ ράχη τους περισσότερους αἰῶνες ἀπ’ ὅσο σὲ κουβαλάει ἐσένα ἡ ράχη τοῦ Καύκασου!
      ΙΗΣΟΥΣ
Πατέρα!  Ἔκανα τὸ χρέος μου. Τὰ νεφρά μου τσακιστήκανε.  Τὰ πόδια μου παγώσανε ὡς τὰ γόνατα! Διψῶ!  Κρυώνω!
      (Ὅσο πλησιάζει νὰ γύρει ὁ ἥλιος, ὁ ἀέρας γίνεται πιὸ ζεστὸς καὶ πιὸ μυρωμένος.  Μιὰ ρόδινη ἄχνα πλέει ἀπάνου σὲ βουνά, πεδιάδες καὶ θάλασσες. Πουλιὰ καὶ ζουζούνια ἀχολογοῦνε στὰ δέντρα καὶ στὰ χορτάρια – ἕνα πολύβοο κύμα ζωῆς ἀνεβαίνει ὁλοῦθε γιομάτο χαρὲς καὶ λαχτάρες. Ἄξαφνα ἀπὸ κάποια ρεματιὰ σκάζουνε κι ἀνατινάζονται ψηλά οἱ τρίλιες ἑνὸς ἀηδονιοῦ. Ὅλ’ ἡ πλάση βυθίζεται ἀμέσως σ’ ἀτέλειωτη σιγή).
      ΜΩΜΟΣ
      (στὸν Ἰησοῦ)
Ἄκου, ἄκου τ’ ἀηδόνι! Ἴσως στερνὰ καταλάβεις, πόσο δὲν πρόσεξες τὶς ὀμορφιὲς τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ διδάξεις τὴν ὀμορφιὰ τοῦ θανάτου!
      ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ
Μάνα, ζεστή ἀγουροξυπνᾶς μέσα σὲ χίλια ἀρώματα,
φῶτα πολλὰ καὶ χρώματα
καὶ μοναχὰ ἀπ’ τὸ γγίμα
τ’ ἀέρα δένουν μέσα σου κόσμοι καὶ κόσμοι χύμα!

Ἐρωτοφύσημα κ’ ἐγώ τὸ λαμπερό σου φλούδι
τὸ σπάω μὲ τὸ τραγούδι,
ποὺ τὴν ἁπλὴ χαρά μου
ὑψώνει στὰ μεσούρανα πλέον ἄξια ἀπ’ τὰ φτερά μου.

Μὲς τ’ ἄνθη τῆς ροδακινιᾶς, στῆς λεύκας τὴν κορφή,
ὅπου ἥσκιωμα βαθύ
κι ὅπου κρυὲς βρυσοῦλες
πάω τῆς καρδιᾶς μου καὶ μετράω λαχτάρες καὶ τρεμοῦλες.

Μ’ ἀστροφεγγιὲς ὁλόβαθες, τριανταφυλλιὰ χαράματα,
μὲ φεγγαρομαλάματα
κι ὅταν σιγά κι ἀγάλι
βρέχει οὐρανός σὲ μιὰ μεριά κι ἡλιοφωτάει στὴν ἄλλη,

τοῦ λαρυγγιοῦ δονῶ ἀψηλὰ τὴ φουσκωμένη φλέβα,
κι ἀνέβα ὁ ἀχὸς ἀνέβα
ὅλο καὶ πιὸ μεστώνει
καὶ τὸν ἀγέρα, ξέχειλον ἀπό ἡδονές, ματώνει.

Κι ὅταν σωπάσει μου ἡ καρδιὰ καὶ τὸ λαρύγγι σπάσει,
στὴ μαγεμένη πλάση
καὶ στὴν καρδιὰ ποὺ νιώθει,
καιρὸ βαστᾶ ὁ ἀντίλαλος, καιρὸ πονᾶνε οἱ πόθοι.

Ὤ!  δὲ θαμπώνει τὴ λαλιά μου θάνατου φοβέρα:
γῆς καὶ νεροῦ κι ἀγέρα
δὲν ξέρουνε τὰ γένη,
πὼς ὅ,τι ζεῖ καὶ χαίρεται, σύντομ’ ἀργά πεθαίνει.

Ὁ χορτασμένος ἔρωτας, τῆς ζωῆς οἱ γλυκάδες
τῆς πλάσης οἱ ὀμορφάδες
ἔτσι βαθιὰ μὲ ὁρίζουν,
ποὺ τῆς καρδιᾶς τὸ ξέσπασμα λυγμό μοῦ τὸ γυρίζουν!
      ΜΩΜΟΣ
      (στὸν Ἰησοῦ)
Ἄκουσες;  Καταλαβαίνεις τὴ γλώσσα τῶν πουλιῶν;
      ΙΗΣΟΥΣ
Δὲ θέλω νὰ καταλάβω τίποτες ἀπὸ τραγούδια. Σ’ ὅλη μου τὴ ζωὴ ἔσκυβα μέσα μου ν’ ἀκούω τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μου.  Ὅποιος ἀκούει πολὺ τὰ ἔξω, χάνει τὴν ψυχή του.  Κ’ ἐγώ, ὁ πρῶτος  θεὸς κι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ἔπρεπε νὰ δώσω τὸ παράδειγμα στοὺς ἄλλους. Ὁ βασιλιὰς Σολομώντας, ὁ σοφός, ποὺ καταλάβαινε τὴ γλώσσα τῶν πουλιῶν, ἤτανε φιλήδονος. Σοφὸς μὲ χίλιες γυναῖκες! Ἄρα δὲν ἤτανε σοφός. Ἤτανε μονάχα βασιλιάς!
      ΜΩΜΟΣ
Βγῆκες καμιὰ φορὰ τὴν ἄνοιξη, τὰ χαράματα, νὰ περπατήσεις ὄξω στοὺς ἀνθισμένους κάμπους;  Εἶδες, πῶς μένει στὰ μαλλιά σου, στὰ μάτια καὶ στὰ χείλια σου ὧρες πολλὲς ἡ δροσιά του χαμομηλιοῦ, τὸ μπάρσαμο τοῦ πεύκου;  Ἀκόμα κ’ ἡ ἀνάσα σου μοσκοβολάει.  Καὶ τὰ σωθικά σου, φωτεινὰ καὶ γαλάζια, σὰν τὸν οὐρανό, βουίζουν ἀπό τὰ κελαδήματα, λὲς καὶ πήρανε μέσα τους ὅλα τὰ πουλιά, ὅλα τὰ δέντρα κι ὅλο τὸν ἥλιο τῆς Αὐγῆς.
      ΙΗΣΟΥΣ
Τὶ τ’ ὄφελος!  Πολλὲς φορὲς μετάνιωσα, ποὺ γεννήθηκα ἄνθρωπος.  Μοῦ ἐρχότανε νὰ παρατήσω τὸ ἔργο μου καὶ νὰ φύγω πίσου στὸν οὐρανό…  Δὲ βαστοῦσα νὰ περιμένω τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, γιὰ νὰ σταυρωθῶ. Ἔμεινα ὁλονήστικος σαράντα μέρες. Ἀκίνητος στὴν ἴδια βουνοκορφή, ἐνῶ γύρα μου τὰ πουλιά, τὰ νερά, ὁ ἀγέρας, σπαρταροῦσαν ἀπό κέφι καὶ χαρά…  Ἤταν ὁ Πειρασμός. Μὰ ἐγὼ δὲν ἔβλεπα, δὲν ἄκουγα, δὲν σάλευα.  Ὁ ἑαυτός μου – τὸ Χρέος μου – σκέπαζε τὰ πάντα.
      ΜΩΜΟΣ
Καὶ δὲν ἐρωτεύτηκες ποτέ σου;
      ΙΗΣΟΥΣ
Ὅσες φορὲς συναντοῦσα σὲ ροῦγες καὶ σὲ δημοσιὲς ὄμορφες γυναῖκες: ἀρχόντισσες μέσα στὰ φορεῖα, γεμάτες ἀρώματα, φκιασίδια, μαλάματα κι ἀλαζονεία•  λαϊκὲς ξυπόλυτες, εὔκολες κι ἀφόβιστες, μὲ τὸ λαγήνι στὸ κεφάλι καὶ τὴν πρόκληση στὰ μάτια, γύριζ’ ἀλλοῦ τὸ πρόσωπό μου. Ἡ ψυχή μου μάτωνε. Ἔβλεπα πίσου ἀπὸ τὸ πλανερὸ σχῆμα τῆς ὀμορφιᾶς καὶ πίσου ἀπό τὴν πρόσκαιρη λάμψη τῆς νιότης, νὰ παραμονεύουνε τὰ νύχια τοῦ Ὀξαποδῶ, τὰ σκουλήκια κ’ ἡ σαπίλα τοῦ τάφου κ’ ἡ αἰώνια τιμωρία!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (στὸν Ἰησοῦ)
Κρίμα!  Παιδὶ πράμα καὶ νὰ ‘σαι τόσο κουρασμένος!  Καθὼς φαίνεται, θὰ τελειώνει μὲ σένα κάποια παλιὰ ἀρχοντογενιά, ποὺ ξεσοΐστηκε.
      ΜΩΜΟΣ
Οἱ Φαρισαῖοι κ’ οἱ παπάδες  θὰν τοῦ δώσουνε μεθαύριο βασιλικιὰ καταγωγή. Μὰ εἶναι φτωχόπαιδο: γιὸς ξυλουργοῦ, ποὺ γεννήθηκε στὴ φάτνη τῶν ἀλόγων!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (στὸν Ἰησοῦ)
Μπᾶ!  Καὶ τὶ δουλειὰ ἔκανες, πρὶν σοῦ κατέβει νὰ διορθώσεις τὸν κόσμο;
      ΙΗΣΟΥΣ
Μικρός, ποὺ πήγαινα σκολειό, βοηθοῦσα καὶ τὸν πατέρα μου στὴ δουλειά του…
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ποιόν πατέρα σου;
      ΙΗΣΟΥΣ
Τὸν Ἰωσήφ!
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ἄλλος πάλι αὐτός!
      (στὸ Μῶμο)
Μὰ δὲ μοῦ εἶπες, πὼς εἶναι ὁ ἴδιος πατέρας τοῦ ἑαυτοῦ του; Ποιὸς εἶναι πάλι αὐτὸς ὁ νέος πατέρας;
      ΜΩΜΟΣ
Ὁ ἄντρας τῆς μητέρας του καὶ πατέρας τῶν ἀδελφῶν του…
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τὶ ψιλορωτάω; Παραμιλᾶνε κ’ οἱ δυό τους!
      (στὸν Ἰησοῦ)
Κι ἅμα τράνεψες, ξακολούθησες τὴ δουλειά του πατέρα σου;
      ΙΗΣΟΥΣ
Ἅμα τράνεψα, δὲν ἔκανα καμιὰ δουλειά. Μοῦ ἄρεζε  λιγάκ’  ἡ ψαρική. Ὕστερα τίποτα…
      (σιγότερα)
Τὸ δικό μου τὸ Τίποτα ἤτανε ἡ ἀρχή τῆς Αἰωνιότητας γιὰ τοὺς ἄλλους.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
      (θυμωμένος)
Παιδί τοῦ λαοῦ καὶ νὰ μὴ δουλεύεις; Τότε ποιὸς θὰ δουλεύει;  Τέτοιο παράδειγμα ἔδωσες στοὺς  φτωχούς; Ὁ φτωχός, ποὺ εἶναι ἀκαμάτης, καταντάει στὴν κρεμάλα. Καλὰ λοιπὸν εἶσαι ἐκεῖ, ποὺ βρίσκεσαι!
      ΙΗΣΟΥΣ
Πῆγα κι ἀπομονώθηκα στὴν ἐρημιά, τὰ καλύτερα χρόνια τῆς ζωῆς μου, ὡς τὰ τριάντα! Ζοῦσα ἀνάμεσα σὲ ἀμμουδιὲς καὶ θάμνα κι ἀγριομέλλισες…  Ἔτρωγα κάπου κάπου κανένα ἀκροβλάσταρο ἤ ἄγριο μέλι… Δὲν εἶχα ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα.  Μοναχὰ σκεφτόμουνα: πρωί, μεσημέρι, βράδυ – κι ὅλη τὴ νύχτα…
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ὅποιος δουλεύει δὲ σκέφτεται. Γι’ αὐτό εἶναι χαρούμενος.
      ΜΩΜΟΣ
Ὅταν δουλεύει ὁ ἄλλος γιὰ μᾶς, ἐμεῖς καθόμαστε κ’ εἴμαστε χαρούμενοι…  Ὁ σκλάβος μὲ τὴν κούραση τῆς δουλειᾶς ποὺ τοῦ κλέβουνε, δὲν ἔχει καιρὸ καὶ δύναμη νὰ σκεφτεῖ. Δὲ γνωρίζει τὴν ἀθλιότητα τῆς ψυχῆς του.
      (στὸν Ἰησοῦ)
Ὡστόσο, σὰν ἔριχνες γιὰ τὸν ἑαυτό σου τὰ δίχτυα στὴ θάλασσα μὲ τὴν ἀστροφεγγιὰ καὶ τὰ σήκωνες τὴν αὐγή, μὲ τὴν ἀνάλαφρην ἄχνα πάνου στὰ τριανταφυλλιὰ νερά, τὰ χείλια σου δὲν τραγουδούσανε ποτές;
      ΙΗΣΟΥΣ
Τὰ χείλια μου προσευχόντανε…
      ΜΩΜΟΣ
Κι ὅταν ἄδειαζες ἀπὸ τὰ μαῦρα δίχτυα σου μέσα στὸ πανέρι, τὸ λαχταριστὸ ἀσήμι τῶν βυθῶν, τὰ μάτια σου δὲ λαμποκοποῦσαν ἀπὸ χαρά;
      ΙΗΣΟΥΣ
Τὰ μάτια μου ἤτανε πάντα δακρυσμένα. Ἀπὸ λύπη.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ἄ! Ἐγώ!... Ἤμουνα παιδί τῆς Γῆς. Μέσα μου βράζαν ὅλες οἱ φουσκοδεντριές, ἀπὸ μένα ξεκινοῦσαν ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν στοιχείων, ὅλες οἱ φωτιές… Ὕστερ’ ἀπὸ τόσων αἰώνων μαρτύρια, μὲ παρηγοράει ἡ σκέψη, πὼς τὰ νιάτα μου δὲν πήγανε χαμένα. Τὰ χάρηκα. Καὶ γέλασα καὶ τραγούδησα κι ἐρωτεύτηκα… Ἐρωτεύτηκα σὰ θεός, χωρὶς ἀρχὴ καὶ τέλος!  Κι ὅντας μὲ καρφώναν ἐδῶ, ξεφωνοῦσα, τιναζόμουνα, δάγκωνα. Ἤξερα τὶ ἀξίζουν ἡ κίνηση, τὸ ξόδιασμα τῆς δύναμης, ὁ χορτασμὸς τῆς ἀποθυμιᾶς.  Καὶ θὰ μισῶ αἰώνια τὸν Ὀχτρό μου, ὄχι τόσο γιατὶ μοῦ πῆρε τὸν οὐρανό, ὅσο γιατὶ μοῦ στέρησε τὴ γῆς…  Ἐσὺ δὲ θά ‘ βγαλες τσιμουδιὰ ὅταν σὲ σταυρώνανε. Ἔτσι δὲν καρφώσαν ἕνα ζωντανὸν ἄνθρωπο παρὰ ἕνα πτῶμα. Καὶ συχωρνᾶς τοὺς φονιάδες σου, γιατὶ τοὺς φοβᾶσαι ἀκόμα!  Κ’ ἔτσι πρέπει, ἀφοῦ εἶσαι λαός. Εἶναι τὸ μόνο πράμα, ποὺ ἔκανες σωστὸ ἴσαμε τώρα: νὰ φοβᾶσαι!
      ΜΩΜΟΣ
Καλὰ τὰ λὲς!  Μὰ θέλεις τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς μοναχὰ γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Θέλεις μοναχός σου ν’ ἀκοῦς τὰ πουλιά, μοναχός σου νὰ εἶσαι χορτασμένος! Νά ‘ναι δικά σου ὅλα: γῆς, δέντρα, ἥλιος, θάλασσα κι ἀνθρώποι.  Τὸ ἴδιο κάνουνε κ’ οἱ ἀφέντες τῆς Γῆς, οἱ ἀφέντες Σας!  Μὰ θὰ ἔρθει κι αὐτωνῶν ἡ ὥρα νὰ σταυρωθοῦνε: ὅταν τοὺς βάλει ὁ λαὸς μὲ τὸ ζόρι νὰ δουλεύουνε.
      ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τὶ  λὲς μωρέ!  Γίνονται αὐτὰ τὰ πράματα;  Κρίμα ποὺ σὲ εἶχα γιὰ ἔξυπνο!  Οὔτε ὅλοι μπορεῖ νά ‘ναι ἀφέντες -  τότε ποιὸς θὰ δουλεύει; - οὔτε ὅλοι φτωχοί – τότε δὲ χρειάζεται ἡ δουλειά, γιατὶ  ἡ δουλειὰ πλουταίνει…  Ἔτσι εἶναι κανονισμένο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου:  οἱ φτωχοὶ ποὺ δουλεύουνε, δὲ θὰ μπορούσανε νὰ σταθοῦνε οὔτε μιὰ στιγμὴ χωρὶς τοὺς ἀφέντες, ποὺ τοὺς δίνουνε δουλειά.
      ΜΩΜΟΣ
      (γελώντας)
Ἐμεῖς θὰ ξαναφκιάσουμε τὸν κόσμο ἄλλη μιὰ φορά… ἀπὸ τὴν ἀρχή.
      ΙΗΣΟΥΣ
      (μόλις ἀκούγεται)
«Τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ»
      ΜΩΜΟΣ
Γελιέσαι! Ὅσο τὸ σῶμα θ’ ἀνήκει στὸν Καίσαρα, θὰν τοῦ ἀνήκει μαζὶ κι ὁ νοῦς κ’ ἡ ψυχή. Αὐτά δὲ χωρίζονται.  Τὰ χρέη στὸ Θεὸ καὶ τὰ χρέη στὸν Καίσαρα εἶναι τὸ ἴδιο πράμα. Δὲ θέλουμε Καίσαρες!
      ΙΗΣΟΥΣ
      (ξέπνοα)
«Τετέλεσται!»
      ΜΩΜΟΣ
Τὶ εἶπες;
      (σιγὴ)
      ΜΩΜΟΣ
      (στὸν Προμηθέα)
Τὶ εἶπε!
      (βαθύτερη σιγὴ)
      ΜΩΜΟΣ
      (μέσα του)
Δὲν ἀκούγονται!  Χαθήκανε κ’ οἱ δυό τους μαζὶ ἀπ’ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς.
     (Νύχτωσε. Σιγοβγαίνει τὸ φεγγάρι.  Ὁ Μῶμος βρίσκεται καθισμένος σ’ ἕνα μεγάλο γεφύρι ἀπάνου ἀπὸ μιὰν τεράστιαν ἄβυσσο. Εἶναι τὸ γεφύρι, ποὺ δένει τὰ περασμένα μὲ τὰ μελλούμενα. Καθὼς κοιτάει στὸ βάθος τὰ νερά, ποὺ κυλᾶνε ἀστράφτοντας σὰ μαῦρο ἀτσάλι καὶ βογγᾶνε, συλλογίζεται:)
Ὅλα τοῦτα ἤτανε πλάσματα τῆς φαντασιᾶς μου, ἕνα ξέσπασμα καὶ ξαλάφρωμα τοῦ στοχασμοῦ μου!  Μοῦ ἀρέσει κάπου κάπου νὰ μιλάω μοναχός μου. Νὰ χωρίζω τὸν ἑαυτό μου σὲ λογῆς ἀντίθετα  σύμβολα καὶ νὰ τὰ βάζω νὰ μαλλώνουνε. Ποιὸς  ξέρει;  Ἴσως κάποιος νὰ μὲ ἄκουσε…  Ἄν ὄχι, θὰ ἔρθει καιρός, ποὺ θὰ πληθαίνουνε τόσο οἱ Μῶμοι, ποὺ μονόλογοι σὰν κι αὐτόνε, θά ‘ναι ὁλότελα περιττοί! Μὰ πρῶτα θά ‘ χουμε περάσει τὸ γεφύρι…

Κώστας Βάρναλης, μονόλογος τοῦ Μώμου, τὸ φῶς ποὺ καίει









Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΥ


Ὁ Γιάννης Χρήστου ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τοὺς σημαντικότερους Ἕλληνες συνθέτες, μὲ διεθνή ἀναγνώριση. Κύριο χαρακτηριστικὸ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἔργου του ἦταν οἱ ἔντονες φιλοσοφικές καὶ μεταφυσικές του ἀνησυχίες, τὶς ὁποῖες συσχέτιζε ἄμεσα μὲ τὴ μουσική, προσπαθώντας νὰ ἀναδείξει τὴν πανανθρώπινη θρησκευτική, μεταφυσική καὶ μυστικιστική της διάσταση, πέρα ἀπό ἱστορικές περιόδους, τεχνοτροπίες, πολιτισμούς καὶ θρησκευτικά δόγματα.
Γεννήθηκε στὴν Ἡλιούπολη τῆς Αἰγύπτου στὶς 8 Ἰανουαρίου 1926 καὶ μεγάλωσε στὴν κοσμοπολίτικη Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, ὅπου πῆρε τὰ πρῶτα μαθήματα πιάνου σὲ ἡλικία πέντε ἐτῶν. Ἦταν ὁ δευτερότοκος γιὸς τοῦ σοκολατοβιομήχανου Ἐλευθέριου (Τέρη) Χρήστου καὶ τῆς ποιήτριας Καλλιόπης (Λιλίκας) Ταβερνάρη, κυπριακῆς καταγωγῆς.
Ὁ νεαρός Γιάννης φοίτησε στά καλύτερα ἀγγλόφωνα σχολεῖα τῆς Ἀλεξάνδρειας, παράλληλα μὲ τὶς σπουδές του στὸ πιάνο ὑπό τὴν καθοδήγηση τῆς διάσημης πιανίστριας Τζίνας Μπαχάουερ. Τὸ 1939 οἱ γονεῖς του χωρίζουν καὶ ὁ δεκατριάχρονος Γιάννης μαζί μὲ τὸν ἀδελφό του μένουν στὴν πατρικὴ ἑστία. Τελειώνοντας τὸ σχολεῖο, ὁ πατέρας του τὸν στέλνει στὴν Ἀγγλία γιὰ νὰ σπουδάσει οἰκονομικά, ἐλπίζοντας νὰ ἀναλάβει στὴ συνέχεια τὶς οἰκογενειακές ἐπιχειρήσεις, κάτι ποὺ δὲ συνέβη ποτέ.
•    Ὁ Χρήστου, ἄν καὶ πῆρε τελικά τὸ πτυχίο του στὰ οἰκονομικά, προτίμησε νὰ σπουδάσει φιλοσοφία μὲ τὸν Λούντβιχ Βιτγκενστάιν καὶ τὸν Μπέρτραντ Ράσελ στὸ Καίμπριτζ, καθώς καὶ ἀνώτερα θεωρητικὰ τῆς μουσικῆς. Συνέχισε τὶς μουσικές του σπουδὲς στὴν Ἰταλία ἀπό τὸ 1949 ἕως τὸ 1953, ἐνῶ τὴν ἴδια χρονικὴ περίοδο ἀσχολήθηκε σὲ βάθος καὶ μὲ τὴν ἀναλυτικὴ ψυχολογία, ἐπηρεαζόμενος καὶ ἀπό τὸν ἀδερφό του, ὁ ὁποῖος σπούδαζε ἐκείνη τὴν ἐποχή στὸ Ἰνστιτοῦτο Γιοὺνγκ στὴ Ζυρίχη.
Ἐπιστρέφοντας στὴν Αἴγυπτο, ἀφοσιώθηκε στὴ σύνθεση, δουλεύοντας ἀρκετὲς ὧρες τὴν ἡμέρα. Τὸ 1956 παντρεύτηκε τὴν παιδική του φίλη Θηρεσία (Σία) Χωρέμη, ζωγράφο, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε τρία παιδιά. Τὴν ἴδια χρονιὰ σκοτώθηκε ὁ πολυαγαπημένος ἀδερφός του σὲ τροχαῖο δυστύχημα, γεγονός ποὺ θὰ τὸν σημάδευε ἀφάνταστα γιὰ ὅλη του τὴ ζωή.
Τὸ 1960, μὲ τὶς ἐθνικοποιήσεις τοῦ Νάσερ, ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι εὕποροι Ἕλληνες τῆς Αἰγύπτου. Ἐγκαταστάθηκε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ Χίο, ὅπου εἶχε ἐπίσης ἀρκετή οἰκογενειακὴ περιουσία. Στὸ σπίτι του, μέσα σ' ἕνα μεγάλο κτῆμα, ὁ Γιάννης Χρήστου ἐγκατέστησε τὴ μεγάλη του βιβλιοθήκη κυρίως μὲ βιβλία φιλοσοφίας, θρησκειολογίας, ἀνθρωπολογίας, ψυχολογίας, μαγείας, πνευματισμοῦ, προϊστορίας καὶ πρωτόγονων πολιτισμῶν, ἱστορίας, λογοτεχνίας, τέχνης καὶ μουσικῆς καθώς καὶ τὶς προσωπικές του συλλογές.
Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του διέμενε κυρίως στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ ἀσχολήθηκε, ἐκτός ἀπό τὴ σύνθεση, μὲ τὴν προώθηση τῆς πρωτοποριακῆς Ἑλληνικῆς μουσικῆς. Ἀσκοῦσε πολύ μεγάλη ἐπιρροή στοὺς ἑλληνικοὺς πρωτοποριακοὺς μουσικοὺς κύκλους τῆς ἐποχῆς του καὶ στὶς πρῶτες θεσμικές τους ἐκφράσεις, ὅπως τὸ Ἐργαστήρι Σύγχρονης Μουσικῆς τοῦ Ἰνστιτούτου «Γκαῖτε» (1962) καὶ ὁ Ἑλληνικός Σύνδεσμος Σύγχρονης Μουσικῆς (1965).
Ἡ οἰκονομική του ἄνεση τοῦ προσέφερε τὴ δυνατότητα νὰ μὴν χρειαστεῖ ποτὲ νὰ ἀναζητήσει ἐργασία σὲ Ὠδεῖα (τὰ ὁποῖα δὲν ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα ὡς ἐκπαιδευτικὸ θεσμὸ) ἤ σὲ ἄλλους μουσικοὺς φορεῖς, οὔτε νὰ ἀναλάβει ποτὲ θέση εὐθύνης σὲ ὁποιοδήποτε μουσικό ἴδρυμα ἤ ἐπιτροπή, μὲ ἐξαίρεση μία καὶ μοναδικὴ φορά, τὸ 1962, ὡς μέλος κριτικῆς ἐπιτροπῆς διαγωνισμοῦ σύγχρονης μουσικῆς, τὸν ὁποῖο διοργάνωνε ὁ Μάνος Χατζιδάκις.
Ὁ Γιάννης Χρήστου σκοτώθηκε σὲ τροχαῖο δυστύχημα τὴ νύχτα τῆς 8ης Ἰανουαρίου 1970, κατὰ τὴν ἐπιστροφή του στὸ σπίτι ἀπὸ τὸν ἑορτασμό τῶν γενεθλίων του. Στὸ ἴδιο δυστύχημα τραυματίστηκε σοβαρὰ ἡ γυναίκα του, ἡ ὁποία ἐξέπνευσε δέκα ἡμέρες ἀργότερα, ἀφήνοντας τὰ τρία τους παιδιά ὀρφανά.
http://www.sansimera.gr/biographies/214

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΗΣ


Ἡ Πατρὶς πρὸς τὰ τέκνα της. Ἦχος πλάγιος τοῦ Πρώτου.
Τραγουδᾶ ἡ Κατερίνα Παπαδοπούλου καὶ ἀνδρικὴ χορωδία

(Ἡ Πατρὶς πρὸς τὰ τέκνα της )
«Ὤ παιδιά μου, ὀρφανά μου
σκορπισμένα ἐδῶ κι ἐκεῖ,
διωγμένα, ὑβρισμένα,
ἀπ’ τὰ ἔθνη πανοικί.
Ξυπνῆστε τέκνα, κι ἦλθεν ἡ Ὥρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα,
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός.
……………………………………
(Τὰ τέκνα πρὸς τὴν Πατρίδα)
Ἄχ Μητέρα, μιὰν ἡμέρα
μὴ λυπῆσαι θὰ χαρεῖς
τοὺς σκοπούς μας τοὺς κρυφούς μας
θελ’ ἰδῇς καὶ ν’ἀπορεῖς.
Ξυπνῆστε τέκνα, κι ἦλθεν ἡ Ὥρα,
ξυπνῆστε ὅλα, τρέξατε τώρα,
κι ἦλθεν ὁ Δεῖπνος ὁ Μυστικός.


Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥΤΟ ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ


ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥΤΟ
Ἐκεῖ ποὺ φθάσαμε, θάμενε νὰ στραφοῦμε
πρὸς νέους προσανατολισμούς. Ἡ ὥρα ἦρθε,
ἐντελῶς ἀνεπαίσθητα, ποὺ ὅ,τι ἴσχυε γιὰ μᾶς
ἔπαψε πιὰ νὰ ἰσχύει• ἕναν Κανόνα ζωῆς
εἴχαμε καταρτίσει, ὅπου ὅλα μὲ ἀκρίβεια
προβλέποντο• ὅλα εἶχαν τὴ θέση τους ἀπαρασάλευτη:
στέρεες κολόνες οἱ τέσσερες ἐποχὲς στὴ διαδοχή τους
μὲ ὅσα γι’ αὐτὲς ποὺ εἶχαν ὁρίσει τῆς φύσης
μακριὰ παράδοση κι’ ἀκατάλυτη μνήμη.
Αὐτοῦ μεταξὺ εἴχαμε θέσει μ’ ἐπιμέλεια
σχέδια, ἀξίες, σκαλοπάτια, εἴχαμε ἀναπτύξει
μελέτη, φαντασίαν, ἄθληση, κι’ ἀποθεώναμε
ἰδέες τῆς ἀγάπης μας, μορφὲς τῶν ὀνείρων μας,
στιγμὲς τῆς λατρείας μας, προσμονὲς τῶν στιγμῶν μας,
(τὸ μόνο ἴσως σημεῖο ποὺ ἔδειχνε πάντα
κάπως θολὸ ἦταν αὐτὲς οἱ προσμονές,
ἀλλὰ μὲ κάτι ἀκροβατικοὺς μικροσυμβιβασμοὺς
ἀπέναντι στὸν ἄτεγκτο κατὰ τὰ ἄλλα ἑαυτό μας,
ρίχναμε, ἀκόμη καὶ σ’αὐτές, μιὰ δέσμη φῶς,
ἀδιαμαρτύρητα, ἔτσι προσπερνώντας τες
καὶ,  «λευκοχίτωνες ταῖς ἐναρέτοις πράξεσι»,
τραβούσαμε ἀκάθεκτοι τὸ δρόμο).  Ὅλα
τέλος πάντων προβλέποντο•  ὅλα, πλὴν ἑνός,
αὐτῆς τῆς ἀλλαγῆς, ποὺ σὲ μιὰ νύχτα
μονάχα ἀνάτρεψε ὅλα τὰ καλοστεκούμενα,
καὶ ποὺ μᾶς ἔριξε σὲ ξένο χῶρον
ἄγνωστο ὥς τὰ τώρα•  ἀνύποπτοι ἐμεῖς
εἴχαμε φιλόπονα κεντήσει, μπλέκοντας
κλωστὲς αἰωνιότητας μὲ ἄλλες μικρὲς κλωστές,
εὔθραυστες, μιὰ πλήρη σύνθεση, καὶ τὴν καμαρώναμε.
Καὶ βρέθηκε τώρα συγκεχυμένη• καὶ βρέθηκε
θολή, ξέθωρη κι’ ἄχρηστη•  ποῦ τὸ θάρρος
νὰ πιάσουμε καινούργιαν ἀπασχόληση
μὲ ὑλικὰ ξένα στὴ γνώριμη τεχνική μας
καὶ πού, ἀπ’ἐδῶ κι’ ἐμπρός, τὰ πιάνομε
κι’αὐτὰ φθείρονται, καὶ βεβαιωνόμαστε
πὼς θάταν μάταιη κι’ ἡ παραμικρὴ προσπάθεια.

Τὸ μόνο πρέπον ποὺ μᾶς ἀπόμενε ἦταν,
μόλις μᾶς ἔγινε συνείδηση αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ
κι’ ὅλα της τὰ συνεπακόλουθα, νὰ μαζευτοῦμε
καὶ νὰ συντάξομε τοῦτο τὸ Πρακτικό,
τὸ ἄχαρο, τὸ στιφό, τὸ στεγνό, τὸ ἀπρόσωπο,
ρικνὴ περγαμηνὴ ἀνασκαμμένη ἀπὸ τάφο,
ποὺ δείχνει μὲ τοὺς τόνους του τοὺς ρεαλιστικούς,
πὼς ἀπὸ τὴ ζωὴ ποὺ ξέραμε, τελειωτικὰ
ξοφλήσαμε. Κι’ἐξ  ὀνόματος ὅλων τὸ ὑπογράφω,
 Τ. Κ. Παπατσώνης,  Ἕλληνας.