Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Ἀκαΐα καὶ ἀναστενάρια



Ἡ ἀπόδοση ὑπερφυσικῶν ἱκανοτήτων στὸν ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται σὲ ἔκσταση εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τοὺς πανάρχαιους χρόνους. Ἡ ἔκσταση ὑπῆρξε ἡ ἀνθρώπινη ἐκείνη ἰδιότητα ποὺ ἔφερνε τὴν ψυχὴ πλησιέστερα στὸ «θεῖον».  Φυσικὰ ὁ γενεσιουργὸς παράγοντας τῆς ἐκστάσεως πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ στὴν πίστη. Στὴν ὁποιαδήποτε πίστη, ἡ ὁποία θὰ συντελέσει στὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ στὴν ἐνεργοποίηση ὅλων ἐκείνων τῶν καταπληκτικῶν ψυχικῶν παραγόντων ποὺ θὰ δημιουργήσουν τὴν ἔκσταση. Γιὰ ὅλη αὐτὴ τὴν ψυχικὴ διεργασία ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴν ἔκσταση, χρειάζεται μιὰ πίστη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ εἶναι ἀποκλειστικὰ θρησκευτική. Στὴν ἀρχαιότητα ὑπῆρχαν οἱ ὀνομαστὲς «Θεοδικίες». Ὅταν δηλαδὴ κάποιος κατηγορούμενος, δὲν εἶχε τὴ βοήθεια τῶν μαρτύρων καὶ τῶν γεγονότων γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ἀθωότητά του, ἔβαζε τὸ χέρι του στὴ φωτιά, γιὰ νὰ πείσει τοὺς ἄλλους πὼς ἔλεγε ἀλήθεια, καὶ τὸ χέρι του δὲν καιγόταν!
Cesare Lomproso στὸ βιβλίο του «Πνευματισμὸς καὶ Ὑπνωτισμός» (μεταφρ. Μ. Καΐρη Ἀθῆναι -1914) γράφει: «Παρετηρήθη εἰς τοὺς ἐν ἐκστάσει εὑρισκομένους ἁγίους, εἰς τινας μάρτυρας κατὰ τὰς κρίσεις αὐτῶν, καὶ εἰς τινα μέντιουμ, ἡ ἀκαυστία (ἀκαΐα). Ἡ παράδοσις ἀναφέρει ὅτι ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη τῆς Σιέννης, μετεωρισθεῖσα ἐν ἐκστάσει, ἐρρίφθη πολλάκις καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐντὸς φλογῶν, χωρὶς τὸ πῦρ νὰ ἐπιδράση ἐπ’ αὐτῆς.
Ἡμέραν τινά, ἔπεσεν ἄνθραξ πυρακτωμένος ἐπὶ τοῦ ποδὸς τοῦ Συμεὼν τῆς Ἀσσίζης, εὑρισκομένου ἐν ἐκστάσει καὶ ἀπηνθρακώθη τελείως ἐπ’αὐτοῦ, χωρὶς νὰ προκαλέση ἄλγος ἤ ἀλλοίωσιν τοῦ δέρματος. Ἡ ὀνομαστὴ Bernadette τῆς Λούρδης, ἐκράτησεν ἐπὶ τέταρτον τῆς ὥρας φλόγαν πυρσοῦ μεταξὺ τῶν δακτύλων της, ἐνώπιον ἑκατοντάδων μαρτύρων, χωρὶς οὐδὲν ἐκ τούτου νὰ πάθη. Τὸ φαινόμενον τοῦτον δὲν εἶναι ἴδιον προνόμιον τῶν Χριστιανῶν. Πολλὰ χωρία τῆς Γραφῆς ἀναφέρονται εἰς τὴν λατρείαν τοῦ Μολώχ, τὸν ὁποῖον οἱ πιστοί του εὐλαβοῦντο καὶ ἐλάτρευον, διαπερῶντες τὴν πυρὰν χωρὶς νὰ καῶσιν. Ὁ Στράβων ἀναφέρει τὰς ἱερείας τῆς Ἀρτέμιδος ἐν Καππαδοκίᾳ, αἱ ὁποῖαι διέτρεχον γυμνόποδες ἐπὶ διαπύρων ἀνθράκων χωρὶς νὰ καῶσιν. Ὁ Πλίνιος ἀναφέρει παρόμοια περὶ τῶν πιστῶν τοῦ Ἀπόλλωνος εἰς τὴν χώραν τῶν Φαλίσκων πλησίον τῆς Ρώμης, ὁ δὲ Βιργίλιος ὑπαινίσσεται ὡσαύτως περὶ τούτου εἰς τὴν Αἰνειάδα του (ΧΙ, 785).
Τὸ αὐτὸ φαινόμενο παρατηρεῖται εἰς τοὺς Nistinaires ἀρχαιοτάτην θρησκευτικὴν φυλὴν πέριξ τοῦ Πύργου τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, ὡς ἀναφέρει ὁ Ἀνδρὲ Λάνγ εἰς τὴν «Σύγχρονον Ἐπιθεώρησιν» Αὔγουστος 1896. Ἐπίσης τὸ ἴδιον συμβαίνει εἴς τινας νομαδικὰς φυλὰς τῶν Ἰνδιῶν καὶ τῆς Πολυνησίας. Ἀλλὰ τὸ ἐκπληκτικότερον συμβὰν εἶναι τὸ τῆς Marie Sonnet ἥτις ἀπεκαλεῖτο «σαλαμάνδρα». Κατὰ τὸ μέσον τοῦ ΙΗ΄αἰῶνος, τὸ Παρίσι ἀνεστατώθη ἀπὸ τὰ θαύματα μερικῶν δαιμονιζομένων, τῶν ὀνομαζομένων «ἐνεργουμένων». Ὁ Carre de Montgeron ἀναφέρει τὰ ἐξῆς: «Ὁλόκληρος ἡ πόλις τῶν Παρισίων εἶδε τὴν Marie Sonnet ἐξηπλωμένην ἐπὶ ἀνημμένων ἀνθράκων, χωρὶς νὰ ὑφίσταται τὴν ἐλαχίστην βλάβην, οὔτε αὐτὴ οὔτε τὰ ἐνδύματά της. Ἄλλοι δέ τινες ἐνεργούμενοι, κατόρθωσαν νὰ παραμείνουν ἐν μέσῳ φλογῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς βλάβης, νὰ καταβροχθίζουν πυρακτωμένην στάκτην, νὰ θέτωσιν τὴν κεφαλὴν αὐτῶν ἐπὶ τῆς πυρᾶς, νὰ βαδίζωσιν ἐπὶ τῆς πυρᾶς, ἡ ὁποία κατέκαιε τὰ ἐνδύματά των, ἐνῶ οἱ πόδες των ἔμενον ἀνέπαφοι».
Στὴν ἔκσταση καὶ τὴν «οἰστρομανία»  ἀποδίδει καὶ ὁ Χουρμουζιάδης ἕνα μέρος ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς ἀκαΐας τῶν πυροβατῶν, λέγοντας πώς «γυμνόποδες ἐπί τινα λεπτὰ χορεύουσιν ἤ καὶ ἀκροπηδιστὶ εἰ αὐτήν, ταχέως εἰσέρχονται καὶ ἐξέρχονται, συνεχῶς δὲ τοῦτο ἐπαναλαμβάνοντες, ὡς τῆς ἱερότητος αὐτῶν σημεῖον δῆθεν τρανότατον. Ἐν δὲ τῇ ταχυποδίᾳ καὶ τῇ οἰστρομανίᾳ ἔτι δὲ καὶ τῇ παχυδερμίᾳ τῶν ποδῶν αὐτῶν δὲν καίονται ἤ καὶ ἀδιαφοροῦσι καιόμενοι».
Ὁ Κ. Ρωμαῖος στὴ μελέτη του «Λαϊκὲς λατρεῖες τῆς Θράκης» (Ἀρχεῖον Θρακικοῦ Θησαυροῦ, Τόμος ΙΑ’ σελ. 59)  γράφει: «Ὁ ἐπιστημονικὸς ἔλεγχος ἀποκλείει κάθε εἶδος ἀπάτη ἤ χημικὰ μέσα καὶ σύμφωνα μὲ ἀξιόιστους ἐρευνητὲς πρέπει νὰ δεχθοῦμε, ὅτι ἀπὸ μεγάλη ψυχικὴ συγκέντρωση καὶ θέληση, αὐθυποβολὴ ἐνισχυόμενη κάποτε ἀπὸ τὴν ὑποβολὴ τρίτων, γεννιέται κάποια δύναμη ἀσύληπτη γιὰ μᾶς σήμερα καὶ μυστηριώδης, ποὺ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀντιδράσει ἀντίθετα μὲ τὸν ἀμείλικτο φυσικὸ νόμο τῆς θερμότητας. Αὐτὸ βεβαιώνεται καὶ μὲ πειραματικὲς ἀποδείξεις. Ὁ φακίρης Kuda Bux στὸ Λονδίνο τὸ 1935 πέρασε καὶ ξαναπέρασε τάφρο σκεπασμένη ἀπὸ στρῶμα πυρᾶς 800 βαθμῶν Κελσίου, ἐνῶ τὰ γυμνά του πόδια διατήρησαν τὴν πρώτη τους θερμοκρασία τῶν 27 βαθμῶν. Ὁ Bux ὅμως ἔδωσε ὕστερα – σὲ δεύτερο χρόνο – τὴν ἀπόδειξη πὼς τὸ θαῦμα τῆς πυροβασίας του εἶχε πηγὴ τὴν συγκεντρωμένη θέληση, καὶ ἐνῶ ἐπρόκειτο νὰ ξαναπεράσει τὴν πυρακτωμένη τάφρο ἀρνήθηκε λέγοντας «κάτι ἔσπασε μέσα μου καὶ δὲν μπορῶ».
Ἕνας Ἕλληνας στὸ Πίτερμάριτσμπουργκ τῆς Ν. Ἀφρικῆς, ὁ Ἡρ. Χατζάκος (ἀπὸ τὰ Βάτικα τῆς Λακωνίας) μαζί μὲ τὸν φίλο του Cummins καὶ μὲ ἄλλους Ἰνδούς, πυροβάτησε τὸ 1928, χωρὶς νὰ πάθουν τίποτε οὔτε οἱ τρίχες τῶν κνημῶν του ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε (..)  Ὁ Ἑλβετὸς καθηγητὴς Angust Forel στὸ βιβλίο του Der hypnotismus oder die Suggestion und die psychotherapie (1921), ἀναφέρει πὼς μὲ τὴν ὑποβολὴ μέσα στὸ ὑποσυνείδητο, μὲ τὴν τέλεια ἤ σχεδὸν τέλεια ἐξαφάνιση τῆς συνείδησης, κατορθώνει κανεὶς νὰ φέρει μερικὴ ἤ γενικὴ ἀναισθησία, καὶ ἀντίθετα, μὲ διαφορετικὴ ἰδέα (ὑποβολῆς) νὰ προξενήσει κοκκίνισμα στὰ χέρια, μέχρι νὰ γίνουν φλύκταινες, ἤ πυρετὸ καὶ ἐξάντληση.  Μὲ τὴν ὕπνωση –γράφει ὁ Forel -  κατόρθωσε καὶ δόντια νὰ βγάλει, ἀποστήματα νὰ ἀνοίξει, κάλους καὶ ὄγκους νὰ ἀφαιρέσει, βαθιὲς τομὲς νὰ ἐπιχειρήσει, χωρὶς τὸν παραμικρὸ πόνο. Ἀναφέρει ἐπίσης πὼς ὁ συνάδελφός του Bleuer, ὑπνωτισμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἐκράτησε τὸ χέρι του πάνω σὲ φλόγα χωρὶς καμιὰ αἴσθηση, πράγμα ποὺ ἀλλιῶς, σὲ κανονικὴ δηλ. κατάσταση, θὰ τοῦ προξενοῦσε πόνο καὶ κάψιμο (..)  Ὅτι στὴν ἀρχαιότητα μὲ τὴν ὑποβολὴ ἔντονης θρησκευτικῆς ἰδέας ἀκολουθοῦσε ἀναισθησία κι ἐξουδετέρωση τῆς ἐνέργειας τοῦ πυρός, μαθαίνουμε ἀπὸ πολλὲς εἰδήσεις τῶν παλαιῶν. Ἡ παλαιότερη εἶναι ἀπὸ τὴν Ἀντιγόνη τοῦ Σοφοκλῆ (στ. 264):
«..ἦμεν δ’ ἕτοιμοι καὶ μύδρους αἴρειν χεροῖν
καὶ πῦρ διέρπειν καὶ θεοὺς ὁρκωμοτεῖν..»
Ἡ δοκιμασία ποὺ θέλουν νὰ κάνουν οἱ φύλακες ἐδῶ, ἀναφέρεται σὲ θεοκρισία ἤ ὀρδαλία, ὅπως λένε οἱ νεώτεροι. Στὸ ἱερὸ τῶν Παλλικῶν Θεῶν τῆς Σικελίας, ὁ δοκιμαζόμενος γράφει σὲ πινάκιο τὸν ὅρκο του καὶ τὸ ρίχνει στὶς φλόγες τοῦ ἐκεῖ κρατήρα καὶ «ἐάν μὲν εὐορκῆ ἐπιπολάζει τὸ πινάκιον, ἐάν δὲ μή εὐορκῆ, τὸ μὲν πινάκιον ἀφανίζεται, αὐτὸς δὲ πίμπραται» (Διόδ. ΧΙ, 89). Ἀπάθεια τῶν γυμνῶν ποδῶν μέσα σὲ ἀνθρακιά, ἀναφέρεται καὶ σὲ δύο χωρία τοῦ Στράβωνα, στὰ Καστάβαλα τῆς Καππαδοκίας καὶ στὴν Ἰταλία, δημοσιευμένα ἀπὸ τὸν Ἀ. Κεραμόπουλο. (Ἀρχεῖον Θρακικοῦ Θησαυροῦ τόμ. Θ’ σελ. 305).
Εἶναι πολλοὶ οἱ ἐπιστήμονες ποὺ δέχονται ὅτι ἡ ἔκσταση τῶν πυροβατῶν, ἀπὸ αὐθυποβολὴ ἤ ἑτεροϋποβολὴ εἶναι ἡ μοναδικὴ αἰτία τῆς ἀκαΐας. Κάτω ἀπ’τὸν μονότονο ἦχο τῶν ὀργάνων, κάτω ἀπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ ρυθμοῦ καὶ τῶν θυμιάσεων, ἀλλὰ κυρίως κάτω ἀπὸ τὸ κράτος τῆς πίστεως, ποὺ φθάνει μέχρι φανατισμοῦ, οἱ ἀναστενάρηδες αὐτοσυγκεντρώνονται καὶ ὑφίστανται μιὰ βαθμιαία ἐλάττωση τῶν αἰσθήσεων καὶ τῆς συνειδήσεως, καὶ πέφτουν σὲ ἔκσταση, ἡ ὁποία κορυφώνεται μὲ τὸν χορὸ στὴ φωτιά. Οἱ νευροψυχίατροι γνωρίζουν πὼς σ’αὐτὴ τὴν ἐκστατικὴ κατἀσταση, σὲ ὁρισμένους ἀνθρώπους μὲ ὑπερευαίσθητο ἤ ἐπιβαρημένο νευρικὸ σύστημα, μποροῦν νὰ ἐκδηλωθοῦν καταπληκτικὰ ψυχικὰ φαινόμενα.  Δημιουργοῦνται στὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμὸ ὁρισμένες μεταλλαγὲς τῶν φυσιολογικῶν λειτουργειῶν, καὶ οἱ διάφορες γνωστὲς βιολογικὲς καὶ φυσικοχημικὲς ἀντιδράσεις, γίνονται πλέον κάτω ἀπὸ καινούργιες συνθῆκες, καταλήγοντας σὲ διαφορετικὰ ἀποτελέσματα. Ὅταν οἱ ἀναστενάρηδες πέσουν στὴν κατάσταση τῆς ἐκστάσεως, παύουν νὰ ἀντιλαμβάνονται τὸν ἐξωτερικὸ κόσμο ὅπως καὶ πρίν. Ἔτσι τουλάχιστον ἀναφέρουν μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς. Τὰ αἰσθητήρια ὄργανα καὶ τὰ ἔνστικτα δὲν λειτουργοῦν φυσιολογικά. οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ βρίσκονται σ’ ἕνα εἶδος «νάρκης ἐν ἐγρηγόρσει».
 Σύμφωνα μὲ τὴ γνώμη τοῦ  Ἄγγ. Τανάγρα, ἡ ψυχικὴ ἐνέργεια, δηλ. αὐτὴ ἡ ἰδιόμορφη βιολογικὴ ἐνέργεια ποὺ ἔχει ἕδρα τὸ Νευρικὸ Σύστημα, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα εἶδος σωματιδίων ἐνεργείας ποὺ μερικοὶ τὰ ὀνομάζουν «ὑποφωτόνια». Αὐτὰ τὰ σωματίδια, εἶναι πολὺ πιὸ λεπτῆς ὑφῆς ἀπ’ τὰ σωματίδια τῆς ὑλικῆς ἐνεργείας καὶ δὲν ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὶς δυνάμεις ποὺ ἐπιδροῦν πάνω στὴν ὕλη π.χ. τὴ βαρύτητα, τὴ φωτιά, τὸν ἠλεκτρισμό κ.λ. Ἔχομε λοιπὸν κατὰ κάποιον τρόπο, μιὰ ἐπίδραση τῆς ψυχενεργείας αὐτῆς ἐπὶ τῆς ὕλης. Κατὰ τὴν ἔκσταση, ἡ ψυχενέργεια αὐτή, δὲν διατηρεῖ τὴν νόμιμη καὶ φυσιολογικὴ ἐπικοινωνία της μὲ τὸν ἔξω κόσμο, ἀλλὰ ἀναγκάζεται νὰ ἔρθει ἀπ’ εὐθείας, μόνη της, σὲ ἐπαφὴ μ’ αὐτόν, μ’ ὅλη της τὴν ἰδιάζουσα ἐνεργειακή της σύσταση. Ἔτσι, ἕνα λεπτὸ ραδιενεργὸ σῶμα –θὰ λέγαμε – ποὺ ἐκπέμπεται ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ πυροβάτη,  περιβάλλει τὸ ὑλικό του σῶμα ποὺ κινδυνεύει, σὰν μια «ἀπυροφλεγὴς ἀσπίδα», σὰν ἄφλεκτο προπέτασμα, ἱκανοῦ πάχους, ποὺ προστατεύει τὸ σῶμα, καὶ τὸ κάνει ἀπρόσβλητο ἀπὸ τὴ φωτιά, καταργώντας τὶς βλαπτικὲς γι’ αὐτό,  φυσικοχημικὲς ἀντιδράσεις ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ θερμοκρασία. Μὲ βάση λοιπὸν τὴν ψυχενέργεια, δηλ. τὴν ἐπίδραση τοῦ ψυχοδυναμισμοῦ ἐπὶ τῆς ὕλης (θράκα), ἐπιχειρεῖται νὰ δοθεῖ μιὰ ἐπιστημονικὴ ἐξήγηση στὸ φαινόμενο τῆς ἀκαΐας. Ἡ ἀνθρώπινη αὐτὴ ἀκτινέργεια, εἶναι σὲ θέση, κάτω ἀπ’ ὁρισμένες συνθῆκες, νὰ δημιουργεῖ ἀπομονωτικὸ προστατευτικὸ κλοιὸ γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα, δηλ. μιὰ ἀσπίδα ψυχικῆς ἀκτινοβολίας. Καὶ ὁ φωτοστέφανος τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν ἁγίων ἀνθρώπων τῆς ἐρήμου, φαίνεται ὅτι δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο, παρὰ μιὰ ὀρατὴ ἐκδήλωση αὐτῆς τῆς ἐνέργειας.
  Ἄγγελος Τανάγρας, σὲ μιὰ ἀνακοίνωση γραπτὴ πρὸς τὸν Πολ. Παπαχριστοδούλου, γράφει: «Ὁ χορὸς τῶν ἀναστενάρηδων ἀρχίζει ὡς ἐκδήλωσις λατρείας πρὸς τὰ θεῖα καὶ ἀποτελέσματά του ἄχει τὴν διαρκῆ προϊοῦσαν μείωσιν τῶν αἰσθήσεων, τῶν ἐπιδιδομένων εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἐκδήλωσιν λατρείας. Ἀκολουθεῖ αὐθυποβολή, ὁπότε νομίζουν ὅτι εὑρίσκονται εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὸν Ἅγιον τῆς προτιμήσεώς των εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ψευδαισθήσεως καὶ τέλος τῆς ἐκστἀσεως ἤ τῆς οἰστροπληγίας. Τὰ ἐκπεμπόμενα ἀπὸ τὰ σώματά των ψυχικὰ ραδιενεργὰ σωμάτια, ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος ἀφλέκτου προπετάσματος προστατευτικοῦ,  διότι καταργεῖ τὰς γνωστὰς χημικὰς ἑνώσεις τοῦ σώματός των. Κίνητρα εἶναι ἡ πίστις, καὶ ὁ θρησκευτικὸς φανατισμὸς καὶ ἡ ἐπίδρασις τῆς ψυχῆς ἐπὶ τῆς ὕλης. Πάντως πρόκειται περὶ ἀνθρώπων μὲ κλονισμένα νευρικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὸ περιβάλλον, ἀπὸ τοὺς ἤχους τῆς μουσικῆς κ.λ. Ὁ χορὸς 2/4 εἶναι ὀργιώδης, χαρακτηριζόμενος ὑπὸ πολλῶν ταχυτάτων πηδημάτων, μετὰ μικρῶν βημάτων καί τινων περιστροφῶν, διαρκεῖ δὲ ἐπὶ δύο περίπου ὥρας. Ἐπὶ πλέον, οἱ χορευταί, περριρέονται ὑπὸ ἀφθόνου ἱδρῶτος καὶ ταυτοχρόνως ἡ μορφή των φωτίζεται ὁλονὲν ὑπὸ ἐντονοτέρας ἐκστάσεως. Ὑπάρχει ὁ ψυχικὸς παράγων».
Ἰάσων  Εὐαγγέλου (ἀναφορὰ στὶς ἀπόψεις τοῦ  ψυχιάτρου Ἄγγ. Τανάγρα, περὶ ἀναστενάρηδων καὶ ἀκαΐας)

ΟΙ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΒΛΑΚΕΙΑΣ



α. Πάντα καὶ ἀναπόφευκτα ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ὑποτιμᾶ τὸν ἀριθμὸ τῶν ἠλἰθιων ἀτόμων ποὺ κυκλοφοροῦν.
       β. Ἡ πιθανότητα νὰ εἶναι ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο ἠλίθιο εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο χαρακτηριστικὸ τοῦ ἴδιου προσώπου.
       γ. Ἕνα ἠλίθιο ἄτομο εἶναι ἕνα πρόσωπο ποὺ προκαλεῖ ζημιὰ σὲ ἕνα ἄλλο πρόσωπο ἤ ὁμάδα προσώπων χωρὶς ταυτόχρονα νὰ ἐξασφαλίζει κάποιο πλεονέκτημα γιὰ τὸ ἴδιο· πολλὲς φορὲς μάλιστα, τὸ ἴδιο ὑφίσταται μιὰν ἀπώλεια.
       δ. Τὰ μὴ ἠλίθια ἄτομα ὑποτιμοῦν πάντα τὴ βλαπτικὴ ἐνέργεια τῶν ἠλιθίων ἀτόμων. Ἰδίως οἱ μὴ ἠλίθιοι ξεχνοῦν διαρκῶς ὅτι σὲ ὁποιαδήποτε στιγμὴ καὶ τόπο καὶ σὲ ὁποιαδήποτε περίσταση ἤ συναναστροφὴ καὶ / ἤ ὁ συγχρωτισμὸς μὲ ἠλίθια ἄτομα ἀποδεικνύεται ἀσφαλῶς ἕνα σοβαρότατο σφάλμα.
       ε. Τὸ ἠλίθιο ἄτομο εἶναι ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος τύπος ἀνθρώπου ποὺ ὑπάρχει.
(Ὁ βλάκας εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνος ἀπὸ τὸν κακοποιό).

Carlo M. Cipolla. Πρωτότυπος τίτλος “ Allegro ma non Troppo”
Carlo M. Cipolla «Δοκίμιο περὶ ἀνθρώπινης βλακείας»

[Ἡ σημαντικὴ ἐργασία τοῦ Εὐάγγελου Λεμπέση: «Ἡ Κοινωνικὴ Σημασία τῶν Βλακῶν ἐν τῷ Συγχρόνῳ Βίῳ»].


Τὸ φῶς τῆς ζωῆς μας


(ἡ σημασία τοῦ Ἥλιου στὴ Γῆ).


Δὲν ξέρουμε ἄν ὑπάρχει ζωὴ κάπου ἀλλοῦ στὸ Σύμπαν, ὅμως ἄν ὑπάρχει, τότε θὰ βρίσκεται κοντὰ σὲ κάποιον ἀστέρα. Ἐπίσης, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἄν μοιάζει μὲ τὴ ζωή (ὅπως τὴν ἐννοῦμε ἐμεῖς), θὰ βρίσκεται σὲ ἕναν πλανήτη ὅπου ἡ φαινόμενη ἀπόστασή του ἀπὸ τὸν ἀστέρα του, θὰ εἶναι ὅση ἡ δική μας ἀπὸ τὸν Ἥλιο. Λέγοντας «φαινόμενη ἀπόσταση», ἐννοῶ τὴν ἀπόσταση ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνεται μιὰ συγκεκριμένη μορφὴ ζωῆς.  Παίρνοντας γιὰ παράδειγμα ἕνα γιγαντιαῖο ἀστέρα,  τὸν  R136a1, ἡ ἀπόλυτη ἀπόσταση ἴσως εἶναι μεγαλύτερη.  Ἄν ὅμως ἡ φαινόμενη ἀπόσταση ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπόλυτη, τότε αὐτὴ ἡ μορφὴ ζωῆς θὰ βλέπει τὸν ἥλιο της, ὅπως βλέπουμε ἐμεῖς τὸν δικό μας: ἡ ποσότητα θερμότητας καὶ φωτὸς ποὺ θὰ λαμβάνει θὰ εἶναι ἴδια μὲ αὐτὴ ποὺ λαμβάνουμε ἐμεῖς.
Γιατὶ πρέπει ἡ ζωὴ νὰ βρίσκεται κοντὰ σὲ ἕναν ἀστέρα; Ἐπειδὴ χρειάζεται ἐνέργεια (ἀπὸ κάποιο ἀστρικὸ φῶς). Στὴ Γῆ,  τὰ φυτὰ συλλέγουν ἡλιακὸ φῶς καὶ μετὰ διαθέτουν τὴν ἐνέργειά τους σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους ζωντανοὺς ὀργανισμούς. Εὐδοκιμοῦν χάρη στὸ ἡλιακὸ φῶς –χρειάζονται καὶ ἄλλα στοιχεῖα, βεβαίως, ὅπως διοξείδιο τοῦ ἄνθρακα ἀπὸ τὸν ἀέρα, νερὸ καὶ μέταλλα ἀπὸ τὸ ἔδαφος – χρησιμοποιώντας τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἥλιου γιὰ νὰ συνθέσουν σάκχαρα, ἕνα εἶδος καυσίμου ποὺ τροφοδοτεῖ ὅλες τὶς ἄλλες λειτουργίες τους.
Ἕνας ὀργανισμὸς ἀξιοποιεῖ τὴν ἐνέργεια καὶ δημιουργεῖ σάκχαρα· ὕστερα μπορεῖ νὰ τὰ «κάψει» προκειμένου νὰ πάρει «πίσω» τὴν ἐνέργειά τους – μολονότι ποτὲ δὲν τὴν ἀνακτᾶ πλήρως (πάντα ὑπάρχουν ἀπώλειες). Ὅταν λέμε ὅτι ὁ ὀργανισμὸς «τὰ καίει», δὲν ἐννοοῦμε ὅτι «γίνονται καπνὸς». Ἡ γνωστὴ μας καύση εἶναι μόνο μία ἀπὸ τὶς διαδικασίες ποὺ μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε ἐνέργεια ἀπὸ ἕνα καύσιμο. Ὑπάρχουν κι ἄλλοι, ἐλεγχόμενοι, πολὺ ἀργοὶ καὶ πιὸ χρήσιμοι τρόποι γιὰ ἀπελευθέρωση τῆς ἐνέργειας.
Παρατηρῆστε ἕνα πράσινο φύλλο καὶ φανταστεῖτε το σὰν ἕνα ὁλόκληρο ἐργοστάσιο, σκεπασμένο μὲ ἕναν μεγάλο ἡλιακὸ συλλέκτη, ὁ ὁποῖος ἐγκλωβίζει τὸ ἡλιακὸ φῶς καὶ τὸ χρησιμοποιεῖ γιὰ νὰ κινήσει τοὺς τροχοὺς τῶν γραμμῶν συναρμολογήσεως στὸ ἐσωτερικὸ ἑνὸς ἐργοστασίου. Γι’αὐτὸ τὰ φύλλα εἶναι λεπτὰ κι ἐπίπεδα: πρέπει νὰ διαθέτουν μεγάλη ἐπιφάνεια ὥστε νὰ ὑποδέχονται ὅσο γίνεται περισσότερο φῶς. Τὸ προϊὸν τοῦ ἐργοστασίου εἶναι διάφορα εἴδη σακχάρων τὰ ὁποῖα διοχετεύονται μέσα ἀπὸ τὰ νεύρα τῶν φύλλων στὰ ὑπόλοιπα τμήματα τοῦ φυτοῦ, ὅπου χρησιμοποιοῦνται γιὰ νὰ φτιαχτοῦν ἄλλες οὐσίες, ὅπως τὸ ἄμυλο, στὸ ὁποῖο ἡ ἐνέργεια ἀποθηκεύεται πιὸ εὔκολα ἀπ’ ὅτι στὰ σάκχαρα. Τελικά, ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀμύλου ἤ τῶν σακχάρων χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ δημιουργηθοῦν ὅλα τὰ τμήματα τοῦ φυτοῦ. Φυτοφάγα ζῶα, ὅπως ἡ ἀντιλόπη καὶ τὰ κουνέλια, τρῶνε τὰ φυτὰ καὶ παίρνουν τὴν ἐνέργειά τους -ὄχι ὅλη·  ἕνα μέρος της χάνεται κατὰ τὴ διαδικασία. Τὴν χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ τροφοδοτήσουν τοὺς μῦες τους, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνονται σὲ κάθε λογῆς δραστηριότητες (κυρίως στὴ βρώση ἀκόμη περισσότερων φυτῶν). Ἡ ἐνέργεια ποὺ τροφοδοτεῖ τοὺς μῦες τῶν φυτοφάγων (καθῶς περπατοῦν, μασουλοῦν, μάχονται, ζευγαρώνουν) προέρχεται ἀπὸ τὸν Ἥλιο (μέσω τῶν φυτῶν). Τὰ σαρκοφάγα τρῶνε τὰ φυτοφάγα. Ἡ ἐνέργεια μεταβιβάζεται τώρα σὲ αὐτά (γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, μέρος της χάνεται στὴ μετάβαση), καὶ τροφοδοτεῖ τοὺς μῦες τοῦ ζώου γιὰ νὰ δραστηριοποιηθεῖ (νὰ κυνηγήσει φυτοφάγα, νὰ ζευγαρώσει, νὰ σκαρφαλώσει, νὰ παράξει γάλα…) καὶ νὰ ἐπιβιώσει. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Ἥλιος παρέχει ἐνέργεια –μέσα ἀπὸ μία, πιὸ ἔμμεση, διαδρομή -ἡ ὁποία χάνει ἕνα μέρος της (μὲ τὴ μορφὴ θερμότητας) συμβάλλοντας στὴν θέρμανση τοῦ Σύμπαντος.
Ἄλλα ζῶα, τὰ παράσιτα, τρέφονται ροκανίζοντας τὰ ζωντανὰ σώματα τόσο τῶν φυτοφάγων, ὅσο καὶ τῶν σαρκοφάγων. Γιὰ μία ἀκόμη φορά, ἡ ἐνέργεια ποὺ τροφοδοτεῖ τὰ παράσιτα προέρχεται ἀπὸ τὸν Ἥλιο· καὶ πάλι δὲν χρησιμοποιεῖται ὁλόκληρη, ἀφοῦ μέρος της χάνεται μὲ τὴ μορφὴ θερμότητας. Τέλος ὅταν κάτι ἀπ’ ὅλα αὐτὰ πεθαίνει -ἕνα φυτό, ἕνα φυτοφάγο ἤ ἕνα σαρκοφάγο ζῶο, ἕνα παράσιτο – γίνεται τροφὴ γιὰ τὰ νεκροφάγα σκαθάρια, ἤ ἀποσυντίθεται: τρώγεται ἀπὸ βακτήρια καὶ μύκητες, ποὺ ἀποτελοῦν ἕνα διαφορετικὸ εἶδος νεκροφάγων ὀργανισμῶν. Καὶ ἐδῶ ἡ ἐνέργεια προέρχεται ἀπὸ τὸν Ἥλιο, καὶ καθῶς μεταβιβάζεται, ἕνα μέρος της χάνεται μὲ τὴ μορφὴ θερμότητας. Γι’αὐτὸ οἱ σωροὶ βιοαποδομημένων φυτῶν καὶ ὀργανικῶν ὑπολειμμάτων (κομποστοποίηση) εἶναι ζεστοί. Ὅλη ἡ θερμότητα σ’ ἕναν σωρὸ κομπόστ προῆλθε ἀπὸ τὸν Ἥλιο καὶ παγιδεύτηκε στὰ φύλλα τὸ προηγούμενο χρονικὸ διάστημα. Τὰ μεγάποδα – μαγευτικὰ αὐστραλασιατικὰ πουλιά - ἐκμεταλλεύονται τὴ θερμότητα ἑνὸς σωροῦ κομπόστ γιὰ νὰ ἐπωάσουν τὰ αὐγά τους. Σὲ ἀντίθεση μὲ ἄλλα πουλιά, ποὺ κάθονται στὰ αὐγά τους καὶ τὰ θερμαίνουν, τὰ μεγάποδα φτιάχνουν ἕνα μεγάλο σωρὸ ἀπὸ κομπόστ, ἀποθέτουν τὰ αὐγά τους καὶ περιμένουν. Ρυθμίζουν τὴ θερμοκρασία τοῦ σωροῦ στοιβάζοντας περισσότερο κομπὸστ στὴν κορυφὴ γιὰ νὰ τὸν ζεστάνουν, ἤ ἀφαιροῦν γιὰ νὰ τὸν δροσίσουν. Κοντολογίς, δὲν ὑπάρχει πουλὶ ποὺ νὰ μὴν χρησιμοποιεῖ τὴν ἡλιακὴ ἐνέργεια γιὰ νὰ φέρει στὸν κόσμο τὰ μικρά του: ἄλλα θερμαίνουν τὰ αὐγὰ μὲ τὸ σῶμα τους καὶ ἄλλα τὰ ἀφήνουν νὰ ζεσταθοῦν ἐπάνω σὲ κομπόστ.
Μερικὲς φορὲς τὰ φυτὰ δὲν καταναλώνονται, ἀλλὰ καταβυθίζονται σὲ τυρφῶνες. Μὲ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων, συμπιέζονται ἀπὸ νέα στρώματα ποὺ προστίθενται πάνω τους καὶ σχηματίζουν στρώματα τύρφης (φυτόχωμα). Κάποιοι στὴ δυτικὴ Ἰρλανδία καὶ στὰ νησιὰ τῆς Σκωτίας μαζεύουν τὴν τύρφη μὲ φτυάρια καὶ ἀφοῦ τὴν κομματιάσουν, τὴν χρησιμοποιοῦν ὡς θερμαντικὸ ὑλικὸ γιὰ τὸν χειμῶνα. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ἡ ἐνέργεια τοῦ ἡλιακοῦ φωτός -ἡ ὁποία, στὴν προκειμένη περίπτωση, αἰχμαλωτίστηκε αἰῶνες πρίν - ἀπελευθερώνεται στὰ τζάκια τοῦ Γκάλγουέϊ καὶ στὸ νησιωτικὸ σύμπλεγμα τῶν Ἐβρίδων.
Μὲ τὶς κατάλληλες συνθῆκες, καὶ μετὰ ἀπὸ ἑκατομμύρια χρόνια, ἡ τύρφη στερεοποιεῖται καὶ γίνεται γαιάνθρακας (κάρβουνο). Ὁ γαιάνθρακας εἶναι πιὸ ἀποδοτικὸς ἀπὸ τὴν τύρφη ἐπειδή, καθὼς καίγεται, δίνει ὑψηλότερες θερμοκρασίες. Ἡ βιομηχανικὴ ἐπανάσταση τοῦ 18ου καὶ τοῦ 19ου αἰῶνα τροφοδοτήθηκε ἀπὸ φωτιὲς καὶ φούρνους ποὺ ἔκαιγαν κάρβουνο.  Οἱ φλογοθάλαμοι στὰ χαλυβουργεῖα καὶ στὶς ὑψικαμίνους – χάρη στοὺς ὁποίους οἱ βικτωριανὲς ἀτμομηχανὲς σπινθήριζαν ἀκατάπαυστα στὶς σιδηροτροχιὲς, καὶ τὰ πλοῖα διέσχιζαν τὶς θάλασσες - ἔδωσαν τεράστια ποσὰ θερμότητας ἡ ὁποία προῆλθε ἀπὸ τὸν Ἥλιο, μέσα ἀπὸ τὰ πράσινα φύλλα τῶν φυτῶν ποὺ βλάστησαν πρὶν ἀπὸ 300 ἑκατομμύρια χρόνια.
Πολλοὶ «σατανικοί» μύλοι τῆς βιομηχανικῆς ἐπανάστασης λειτούργησαν χάρη στὴ δύναμη τοῦ ἀτμοῦ, ὅμως (πρὶν ἐμφανιστεῖ ὁ ἀτμός) πολλὰ ἀπὸ τὰ πρῶτα ὑφαντουργεῖα λειτουργοῦσαν μὲ νερόμυλους. Τὸ ὑφαντουργεῖο χτιζόταν δίπλα σὲ ἕνα ποτάμι μὲ δυνατὴ ροή, ἡ ὁποία διοχετευόταν πρὸς ἕνα τροχό. Ὁ ὑδροτροχὸς ἔστρεφε ἕνα μεγάλο ἄξονα, ὁ ὁποῖος ἐκτεινόταν σ’ὅλο τὸ μῆκος τοῦ ἐργοστασίου. Κατὰ μῆκος τοῦ στροφαλοφόρου ἄξονα, ἰμάντες καὶ γρανάζια καθοδηγοῦσαν τοὺς ἀργαλειούς, τὶς κλωστικές, καὶ τὶς ξαντικὲς μηχανές. Ἀκόμα καὶ αὐτὲς οἱ μηχανὲς τροφοδοτοῦνταν ἀπὸ τὸν Ἥλιο! Ὁ νερόμυλος περιστρέφεται χάρη στὸ ὁρμητικὸ νερὸ ποὺ πέφτει πάνω του (λόγω βαρύτητας)· αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ ρέει συνεχῶς νερὸ ἀπὸ ἐδάφη ποὺ βρίσκονται σὲ μεγάλο ὑψόμετρο, ὥστε τὸ ποτάμι νὰ ρέει κατηφορικά.  Τὸ νερὸ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς βροχῆς ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὰ σύννεφα στοὺς λόφους καὶ στὰ βουνά. Τὰ σύννεφα σχηματίστηκαν ἀπὸ τὸ νερὸ τῶν θαλασσῶν, τῶν λιμνῶν καὶ τῶν ποταμῶν, ποὺ ἐξατμίσθηκε ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς Γῆς.  Ἡ ἐξάτμιση ἀπαιτεῖ ἐνέργεια, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸν Ἥλιο: ἡ ἐνέργεια ποὺ κίνησε τοὺς ὑδροτροχοὺς οἱ ὁποῖοι ἔστρεφαν τοὺς ἰμάντες καὶ τὰ γρανάζια τῶν κλωστικῶν μηχανῶν καὶ τῶν ἀργαλειῶν προῆλθε ἀπὸ τὸν Ἥλιο.
Ἀργότερα, τὰ ὑφαντουργεῖα τροφοδοτοῦνταν ἀπὸ ἀτμομηχανὲς ποὺ ἔκαιγαν γαιάνθρακα –δηλαδή, χρησιμοποιοῦσαν ἐνέργεια ποὺ προερχόταν ἀπὸ τὸν Ἥλιο. Πρὶν ὅμως στραφοῦν ἀποκλειστικὰ στὸν ἀτμό, τὰ ἐργοστάσια πέρασαν ἀπὸ ἕνα ἐνδιάμεσο στάδιο. Διατήρησαν τὸν μεγάλο ὑδροτροχό, γιὰ νὰ ὁδηγεῖ τοὺς ἀργαλειοὺς καὶ τὶς σαΐτες, ἀλλὰ χρησιμοποιοῦσαν μιὰ ἀτμομηχανὴ γιὰ νὰ διοχετεύουν νερὸ σὲ μιὰ δεξαμενή, ποὺ τὸ νερό της ἔπεφτε στὸν ὑδροτροχό, καὶ διοχετευόταν ξανὰ στὴ δεξαμενή. Ἄρα, σὲ τελικὴ ἀνάλυση, εἴτε τὸ νερὸ ἐξατμίζεται στὰ σύννεφα, εἴτε ἀνυψώνεται μὲ τὴ βοήθεια μιᾶς ἀτμομηχανῆς ποὺ καίει γαιάνθρακα, ἡ ἐνέργεια καὶ πάλι προέρχεται ἀπὸ τὸν Ἥλιο. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ἡ ἀτμομηχανὴ τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὸ ἡλιακὸ φῶς ποὺ συνέλεξαν φυτά, ἑκατομμύρια χρόνια πρίν, καὶ ἀποθηκεύτηκε στὸ κάρβουνο, ἐνῶ ὁ ὑδροτροχὸς τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὸ ἡλιακὸ φῶς ποὺ ἀπορροφήθηκε λίγες ἑβδομάδες νωρίτερα καὶ ἀποθηκεύτηκε μὲ τὴ μορφὴ νεροῦ στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν. Αὐτὸ τὸ εἶδος «ἀποθηκευμένου ἡλιακοῦ φωτός» ὀνομάζεται δυναμικὴ ἐνέργεια, ἐπειδὴ τὸ νερὸ ἔχει μέσα του τὴ δύναμη νὰ δίνει ἔργο καθῶς ρέει.

Ἡ ζωὴ τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὸν Ἥλιο, καὶ μάλιστα μὲ πολὺ ἔξυπνους τρόπους. Ἡ χρήση τοῦ ἡλιακοῦ φωτὸς ἀπὸ τὰ φυτὰ γιὰ τὴ δημιουργία σακχάρων μοιάζει μὲ τὴ μεταφορὰ τοῦ νεροῦ σὲ μεγαλύτερο ὑψόμετρο, ἤ σὲ μιὰ δεξαμενὴ στὴν ὀροφὴ ἑνὸς ἐργοστασίου. Ἡ χρήση τῶν σακχάρων (ἤ τοῦ ἀμύλου ποὺ φτιάχνεται ἀπὸ τὰ σάκχαρα, ἤ τοῦ κρέατος ποὺ φτιάχνεται ἀπὸ τὸ ἄμυλο) ἀπὸ τὰ φυτά (ἤ τὰ φυτοφάγα ποὺ τρῶνε τὰ φυτά,  ἤ τὰ σαρκοφάγα ποὺ τρῶνε τὰ φυτοφάγα) μοιάζει μὲ τὴν καύση: μιὰ βραδεία καύση γιὰ νὰ τροφοδοτηθοῦν οἱ μῦες, ἤ μὲ μιὰ ταχεία καύση τοῦ γαιάνθρακα ἀπὸ τὴν ὁποία δημιουργεῖται ἀτμὸς ποὺ κινεῖ τοὺς στροφαλοφόρους ἄξονες σὲ ἕνα ἐργοστάσιο.
Δὲν θὰ κερδίζαμε ἄν κυριολεκτικὰ «καίγαμε» τὰ σάκχαρά μας καὶ τὶς ἄλλες τροφὲς  - καύσιμά μας, βάζοντάς τους φωτιά!  Ἡ φωτιὰ εἶναι ἕνας δαπανηρὸς καὶ καταστρεπτικὸς τρόπος ἀνάκτησης τῆς ἀποθηκευμένης ἡλιακῆς ἐνέργειας. Στὰ κύτταρά μας ἐκτυλίσσεται μιὰ διαδικασία ἀργὴ καὶ προσεκτικὰ ρυθμισμένη· μοιάζει μὲ τὸ νερὸ πού, σταγόνα σταγόνα δημιουργεῖ ἕνα ρυάκι, ὕστερα ἕνα ποτάμι καὶ τέλος ἕναν χείμαρρο ποὺ κινεῖ μιὰ σειρὰ ὑδροτροχῶν.  Ἡ χημικὴ ἀντίδραση παραγωγῆς σακχάρων μὲ τὴ βοήθεια ἡλιακῆς ἐνέργειας, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἄνλτηση τοῦ νεροῦ προκειμένου νὰ μεταφερθεῖ σὲ σημεῖο ποὺ βρίσκεται πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τὸ φυσικὸ μέρος τῆς ροῆς του. Οἱ χημικὲς ἀντιδράσεις στὰ ζωϊκὰ καὶ τὰ φυτικὰ κύτταρα –γιὰ τὴν κίνηση τῶν μυῶν – παίρνουν τὴν ἐνέργειά τους βῆμα βῆμα, σὲ προσεκτικὰ ἐλεγχόμενα στάδια. Τὰ ὑψηλῆς ἐνέργειας καύσιμα, σάκχαρα, ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἐκλύουν τὴν ἐνέργειά τους σταδιακά, μέσα ἀπὸ μιὰ σειρὰ χημικῶν ἀντιδράσεων, κάθε μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες τροφοδοτεῖ τὴν ἑπομένη·  ἀκριβῶς ὅπως οἱ μικροὶ καταρράκτες στὴν κορυφὴ τοῦ ὑδροτροχοῦ:  καθῶς τὸ νερὸ πέφτει ἀπὸ τὸ ἕνα σκαλὶ στὸ ἄλλο, ὁ ὑδροτροχὸς περιστρέφεται δίνοντας ἐνέργεια στὸν νερόμυλο.
Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες, ὅλοι οἱ ὑδροτροχοί, ὅλα τὰ γρανάζια, ὅλοι οἱ στροφαλοφόροι ἄξονες τῆς ζωῆς τροφοδοτοῦνται ἀπὸ τὸν Ἥλιο. Ἴσως ἐκεῖνοι οἱ ἀρχαῖοι λαοὶ νὰ τὸν λάτρευαν μὲ ἀκόμη μεγαλύτερο πάθος, ἄν ἤξεραν πόσο πολὺ ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ ἀπ’ αὐτόν.
Richard Dawkins “The Magic of Reality”

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

ποίηση


Στὴν ἄκρη τοῦ πλατωνικοῦ σπηλαίου ὀρθὸς στεκόμουν
κοιτώντας τὸ κατάμαυρο βελοῦδο τῆς ἀβύσσου
ποὺ χθόνιοι τὸ τεντώνανε Θεοὶ μπρὸς στὴν ψυχή μου
καθὼς πασχίζαν σιωπηλοὶ νὰ τὴν καταγοητεύσουν.

Μόρφωση ξεκουφαντική, πολιτισμὸς μπλεγμένος
στῶν ἴδιων του μηχανισμῶν τὰ ὀξειδωμένα δόντια.
Φτύνεις ἀλλοῦ, μὰ σοῦ γυρνάει τὸ φτύσιμο ὁ ἀγέρας
καὶ σὲ βρίσκει στὸ πρόσωπο ποὺ ὅλο κοιτάει τὸ χῶμα.



Παραμελήθηκαν βωμοί, ξεχάστηκαν γιορτάδες,
πυκνοχορτάριασαν ναοί, στέγες συντρίμμια ἐγίναν
θαυματουργὲς θεότητες καὶ ταπεινὲς δρυάδες
χώθηκαν στὸ λασπόχωμα καὶ στὴν αἰθάλη ἐμείναν.

Μὲς στὴ μακρὰ ἱστορία του ποτὲ ὁ θνητὸς δὲν διάβη
τόσο σκληρὰ ἀπὸ μιὰ παλιὰ σὲ μιὰ νέα θρησκεία.
Γιὰ δύο χιλιόχρονα τοῦ Ἰησοῦ ἀρμενίζει τὸ καράβι
πάνω στοῦ Δωδεκάθεου τὴ γαλανὴ εὐδοκία.



Πολλοὺς Θεοὺς κι ἄν λάτρεψα, πολλὲς θρησκεῖες δὲν ξέρω·
πιστὸς  μὰ κ’ ἱερέας της  στὴ μιὰν ἔχω κολλήσει.
Τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα μου σ’ αὐτὴν διαρκῶς προσφέρω.
Νὰ τὴν ἀφήσω δὲν μπορῶ, ἐξόν αὐτὴ ἄν μ’ἀφήσει.

Ποίηση, ἁγνὴ θρησκεία μου, πνεῦμα Μουσῶν κι Ἐρώτων,
ἀστερωμένε στοχασμὲ καὶ ἡλιόλουστό μου δάκρυ,
κάθε ποὺ μ’ἐπισκέπτεσαι ἔχω γιορτὴ τῶν Φώτων
κ’εἶμαι στὸ Σύμπαν πανταχοῦ παρὼν ἀπ’ἄκρη σ’ἄκρη!

Θ. Παπαθανασόπουλος ( «Ποιήματα Ε΄» Μελέαγρος)